Κυπαρίσσι, Λογκανίκος, Βεργαδέικα, Φουντέικα, Άγ. Κωνσταντίνος, Αγόριανη, Γεωργίτσι, Αλευρού, Καστόρειο, Ντεμήρου (Κάστωρ), Καστρί, Νέα Λιβερά, Σερβέικα, Bορδόνια (Λόπεση, Παπαδιάνικα, Επάνω Χώρα, Σουλήνα, Κάμπος, Όραχος), Καραβάς, [Σελλασία, Κονιδίτσα], Παρδάλι, Πελλάνα, Περβόλια
Με αυτή την καταπληκτική θέα του Ταϋγέτου μεγαλώσαμε στον τόπο μας ...από μικρά παιδιά
..κατά παράφραση του κόμικ "Asterix & Ovelix: "Σε ένα χωριό της Λακωνίας δυο ανυπότακτοι χωριάτες είπαν να φτιάξουν το δικό τους μπλογκάδικο"
Βασικά θέματα ...με μια ματιά:
Αναρτήσεις:

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

Στης Πελλάνας το γιοφύρι

Συνεχίζουμε, το λοιπόν, τα δείγματα "υψηλής" ποίησης... Αυτή τη φορά μας βγήκε κάτι παραδοσιακό, που θα έπρεπε να είχε δημοσιευτεί πριν καμιά πενηνταριά χρόνια, για να είχε πιθανότητα επιτυχίας, να το παίρνανε οι τραγουδιστάδες και οι τραγουδίστριες του χωριού μας και να το λαλούσανε στον κάμπο, όπως συνηθίζανε εκείνους τους καιρούς που αντιλαλούσε ο ελαιώνας από τα τραγούδια...
 
Στης Πελλάνας το γιοφύρι

– Όμορφη Πελλανιώτισσα,
για πούθε το ’χεις βάλει;
μήπως στα Ψίλιθρα κινάς
μήπως στον Αη-Γιάννη,
για μήπως πας στα Βαρικά
με τούτο το λιοπύρι,
μόλις ξαπόστασα κι εγώ
σε τούτο το γιοφύρι.
– Ουδέ στα Ψίλιθρα κινώ
ουδέ στον Αη-Γιάννη
για το Κουβέλι πάω εγώ,
όπου έχω ένα μποστάνι.
Πάρε να πιεις λίγο νερό
από την Άσπρη Βρύση,
γιατί σε βλέπω να κοιτάς
με θαυμασμό τη φύση.

Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε
στην άκρια στο πλατάνι,
δεν κελαηδούσε σαν πουλί
μήτε και τραγουδούσε
παρά ελαλούσε κι έλεγε
μ’ ανθρωπινή λαλίτσα:
– Εσείς, τα δυο μου, τα καλά,
για πούθε τριγυρνάτε;
σ’ όλο τον κάμπο εγώ πετώ,
μα να με συμπαθάτε,
τέτοιο δεν είδα θαύμα εδώ
όσον καιρόν υπάρχω.
Μόν’ έναν λόγο θα σας πω
κι ύστερα θα πετάξω,
μες στην φωλίτσα μου κι εγώ
σε λίγο να κουρνιάξω.
Εσείς, τα δυο σας, το λοιπόν,
άλλο μην καρτεράτε,
είδα τον φτερωτό θεό
τα βέλη του να ρίχνει,
να σας λαβώνει τις καρδιές,
να πυρπολεί τα στήθη.

– Μα τι ’ναι τούτα που μας λες,
φανταχτερό πουλάκι,
γυρνάω πίσω στο χωριό
μη λάχει και με δούνε
και για τον ξένο πουν κακό
κι εμέ κακολογούνε.
– Ξένος δεν είμαι, κόρη μου,
κι ας ήρθα από την πόλη,
ήρθα να δω τους δυο γονείς
τους θειούς μου και το σόι.
Αλήθεια, πώς μεγάλωσες,
δε με θυμάσαι διόλου;
Είμαι του γείτονα παιδί,
μα εσπούδαζα στην πόλη.
– Αν είσαι γιος του γείτονα,
δώσε γνωστά σημάδια,
που ξέρει μόνο η γειτονιά
και όχι όλη η Πελλάνα.
– Ελιά έχεις στον κήπο σου,
ελιά και στη μασχάλη
και δίπλα απ’ την κληματαριά
στέκει μικρό πηγάδι.
– Αυτά τα ξέρουνε πολλοί
κι εδώ και στο Γιωργίτσι,
άλλα σημάδια πες κρυφά
για μένα, το κορίτσι.
– Έχεις και μια γαριφαλιά
’πό μέσα απ’ το μπαλκόνι
και μες στο δώμα σου, θαρρώ,
λαλείς όπως το αηδόνι:
και σαν τον Πάρνωνα θωρείς
«...έλα, γεράκι μ’, έλα»
και σαν τον Ταΰγετο θωρείς
«...σήκω, αϊτέ μ’, πέτα».

– Εσύ ’σαι του κυρ-Γιάννη ο γιος,
τώρα πια σε θυμούμαι
κι αν είχα χρόνους να σε δω,
τώρα πώς θα κοιμούμαι,
αυτό που είπε το πουλί
κι εγώ το ’μολογάω
με όση μου ’μεινε φωνή
στο λέω, σ’ αγαπάω!
– Μικρή μου, αυτό που ’μολογάς
ο νους μου δεν πιστεύει,
ετόσους χρόνους απορώ
η καρδιά μου πώς αντέχει,
για σένα το λουλούδι μου,
για σένα το ανθός μου,
αγάπη πάντα είχα κρυφή
που έλιωνε εντός μου!
Πελλ. Α - Πελλ. Β