Κυπαρίσσι, Λογκανίκος, Βεργαδέικα, Φουντέικα, Άγ. Κωνσταντίνος, Αγόριανη, Γεωργίτσι, Αλευρού, Καστόρειο, Ντεμήρου (Κάστωρ), Καστρί, Νέα Λιβερά, Σερβέικα, Bορδόνια (Λόπεση, Παπαδιάνικα, Επάνω Χώρα, Σουλήνα, Κάμπος, Όραχος), Καραβάς, [Σελλασία, Κονιδίτσα], Παρδάλι, Πελλάνα, Περβόλια
Με αυτή την καταπληκτική θέα του Ταϋγέτου μεγαλώσαμε στον τόπο μας ...από μικρά παιδιά
..κατά παράφραση του κόμικ "Asterix & Ovelix: "Σε ένα χωριό της Λακωνίας δυο ανυπότακτοι χωριάτες είπαν να φτιάξουν το δικό τους μπλογκάδικο"
Βασικά θέματα ...με μια ματιά:
Αναρτήσεις:

ε) ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ-ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ

1. Η Πελλάνα σε κείμενα αρχαίων συγγραφέων.

 Χάρη στον εκλεκτό, πλέον, αναγνώστη μας Χρήστο Χ., ο οποίος για μία ακόμα φορά απέδειξε την γόνιμη διάθεσή του να μας παροτρύνει σε περαιτέρω αναζητήσεις για το χωριό και την περιοχή μας μέσω της δικής του προσωπικής έρευνας, θα σας παρουσιάσουμε (εδώ, καθώς και στα επόμενα άρθρα μας) με χρονολογική σειρά, αποσπάσματα από έργα διαφόρων, κατά καιρούς, συγγραφέων που αναφέρουν στα κείμενά τους την Πελλάνα (ή έστω την ευρύτερη περιοχή της βόρειας Λακωνίας).
--- . ---
 Αρχίζουμε, λοιπόν, με τους αρχαίους συγγραφείς: αρκετοί από αυτούς χρησιμοποιούν την ιωνική διάλεκτο και γι' αυτό αποκαλούν την πόλη ως Πελλήνη, αντί Πελλάνα όπως είναι στην δωρική διάλεκτο (π.β. ιων. Σελήνη, Μυτιλήνη > δωρ. Σελάνα, Μυτιλάνα κλπ.). Δεν πρέπει, επομένως, να συγχέεται με άλλες ομώνυμες ελληνικές πόλεις (όπως π.χ. με την αχαϊκή Πελλήνη).

1. Ξενοφών (427-355 π.Χ.), "Ελληνικά", βιβλίο Ζ, κεφ. 5:
«(Επαμεινώνδας) …και [επεί] ήσθετο εξεστρατευμένον τον Αγησίλαον και όντα ήδη εν τη Πελλήνη, δειπνοποιησάμενος και παραγγείλας ηγείτο τω στρατεύματι ευθύς επί Σπάρτην.»
βλ. Perseus Digital Library, βλ. Google books
(Ο Επαμεινώνδας) …και [επειδή] έμαθε ότι ο Αγησίλαος είχε εκστρατεύσει και ήταν ήδη στην Πελλήνη, αφού δείπνησε και έδωσε διαταγές, οδήγησε αμέσως το στράτευμα εναντίον της Σπάρτης.

2. Πολύβιος (203-120 π.Χ.), "Ιστορίαι":
 1) βιβλίο 4, κεφ. 81, παρ. 7: «Ούτος μεν ουν ανεχώρησεν ταις ανοδίαις εις την εν Τριπόλει προσαγορευομένην Πελλήνην
βλ. Perseus Digital Library, βλ. Google books 
Αυτός λοιπόν αναχώρησε από μέρη χωρίς δρόμους προς την εντός της Τριπολίτιδας αποκαλούμενη Πελλήνη.
 2) βιβλίο 16, κεφ. 37, παρ. 5: «Οι δε εν τη Πελλήνη μισθοφόροι κατά την επιούσαν ημέραν άμα τω σημήναι τους σκοπούς την καταδρομήν των πολεμίων εκ χειρός εβοήθουν, καθάπερ έθος ην αυτοίς και προσέκειντο τοις υπεναντίοις.»
Οι μισθοφόροι (που βρίσκονταν) στην Πελλήνη την επόμενη ημέρα, μόλις ειδοποίησαν οι σκοποί για την επιδρομή των εχθρών, βοηθούσαν έμπρακτα, καθώς είναι συνήθεια σε αυτούς και πλησίασαν εναντίον των εχθρών.

3. Διόδωρος (80-20 π.Χ.), "Ιστορική Βιβλιοθήκη", βιβλίο 15, κεφ. 67, παρ. 2:
«Αρκάδες δε Λυκομήδην στρατηγόν προχειρισάμενοι, και παραδόντες αυτώ τους επιλέκτους ονομαζομένους, όντας πεντακισχιλίους, εστράτευσαν επί Πελλήνην της Λακωνικής, και την μεν πόλιν βία χειρωσάμενοι τους εγκαταλειφθέντας φρουρούς των Λακεδαιμονίων απέκτειναν, όντας πλείους των τριακοσίων, την δε πόλιν εξανδραποδισάμενοι και την χώραν δηώσαντες επανήλθον εις την οικείαν, φθάσαντες την παρά των Λακεδαιμονίων βοήθειαν.»  
βλ. Perseus Digital Libraryβλ. Google books 
 Οι Αρκάδες αφού εξέλεξαν τον Λυκομήδη ως στρατηγό και του παρέδωσαν αυτούς που επονομάζονταν επίλεκτοι, οι οποίοι ήταν πέντε χιλιάδες, εξεστράτευσαν εναντίον της Πελλήνης στην Λακωνική, και αφού κυρίευσαν με βία την πόλη, σκότωσαν τους φρουρούς των Λακεδαιμονίων που είχαν παραμείνει, οι οποίοι ήταν περισσότεροι από τριακόσιοι, ενώ αφού υποδούλωσαν την πόλη και κατέστρεψαν την περιοχή επανήλθαν στην δική τους, πριν έρθει η βοήθεια εκ μέρους των Λακεδαιμονίων.

4. Στράβων (63-23 π.Χ.), "Γεωγραφικά", βιβλίο 8, κεφ. 7, παρ. 8:
«Τα δε Πέλλανα έτερα τούτων εστί, Λακωνικόν χωρίον, ως προς την Μεγαλοπολίτιν νεύον.»
βλ. Perseus Digital Library, βλ. Google books 
Ενώ τα Πέλλανα είναι διάφορα από αυτά, αφού είναι Λακωνική περιοχή, που συνορεύει/οδηγεί προς την Μεγαλόπολη.

5. Πλούταρχος (45-120 μ.Χ.), "Βίοι Παράλληλοι", Άγις και Κλεομένης, κεφ. 8.1:
« Ου μην αλλά διαπραξάμενος ο Άγις έφορον γενέσθαι τον Λύσανδρον, ευθύς εισέφερε δι' αυτού ρήτραν εις τους γέροντας, ης ην κεφάλαια χρεών μεν αφεθήναι τους οφείλοντας, της δε γης αναδασωθείσης την μεν από του κατά Πελλήνην χαράδρου προς τον Ταΰγετον και Μαλέαν και Σελλασίαν κλήρους γενέσθαι τετρακισχιλίους πεντακοσίους, την δ' έξω μυρίους πεντακισχιλίους.»  
βλ. Βικιθήκη, βλ. Google books, βλ. Mikros apoplous (download)
 Επιπλέον όταν κατάφερε ο Άγις να κάνει έφορο τον Λύσανδρο, προσέφερε αμέσως μέσω αυτού διάταξη στους γέροντες, με την οποία έπρεπε να απαλλαγούν οι οφειλέτες από τα χρηματικά χρέη, ενώ η γη που αναδασώθηκε, η μεν από το φαράγγι απ’ την μεριά της Πελλήνης προς τον Ταΰγετο και τον Μαλέα και την Σελλασία να μοιραστεί σε 4.500 κλήρους, η δε έξωθεν σε 15.000 κλήρους.

6. Παυσανίας (2ος αι. μ.Χ.), "Ελλάδος περιήγησις", :
 1) βιβλίο 3 (Λακωνικά), κεφ. 1, παρ. 4: «(Οίβαλος) προσλαβών δε Ικάριον και τους στασιώτας παρά πολύ τε υπερεβάλετο δυνάμει Τυνδάρεων και ηνάγκασεν αποχωρήσαι δείσαντα, ως μεν Λακεδαιμόνιοί φασιν, ες Πελλάναν, Μεσσηνίων δε εστιν ες αυτόν λόγος Τυνδάρεων φεύγοντα ελθείν ως Αφαρέα ες την Μεσσηνίαν...»
 βλ. βιβλιοθ. Παν/μίου Αθηνών
  (Ο Οίβαλος) αφού προσέλαβε τον Ικάριο και τους στασιαστές υπερέβαλε πάρα πολύ σε δύναμη από τον Τυνδάρεω και τον ανάγκασε να αποχωρήσει από φόβο, όπως ισχυρίζονται οι Λακεδαιμόνιοι, προς την Πελλάνα, ενώ για τους Μεσσηνίους υπάρχει γι' αυτόν η άποψη ότι ο Τυνδάρεως όταν έφυγε ήλθε ως την Αφαρέα της Μεσσηνίας...
 2) βιβλίο 3 (Λακωνικά), κεφ. 21, παρ. 2:  «Προϊόντι δε ως επί την Πελλάναν Χαράκωμα εστίν ονομαζόμενον και μετά τούτο Πελλάνα πόλις το αρχαίον. Τυνδάρεων δε οικήσαι φασιν ενταύθα, ότε Ιπποκόωντα και τους παίδας έφευγεν εκ Σπάρτης. Θέας δε άξια αυτόθι ιδών Ασκληπιού τε οίδα ιερόν και την πηγήν Πελλανίδα. Ες ταύτην λέγουσιν υδρευομένην εμπεσείν παρθένον, αφανισθείσης δε το κάλυμμα αναφανήναι το επί της κεφαλής εν ετέρα πηγή Λαγκία. Πελλάνης δε εκατόν στάδια απέχει Βελεμίνα.»  
βλ. Perseus Digital Library
 Προχωρώντας δε προς την Πελλάνα υπάρχει το ονομαζόμενο Χαράκωμα και μετά από αυτό η Πελλάνα, πόλη στα αρχαία χρόνια. Και λένε πως ο Τυνδάρεως κατοίκησε εδώ, όταν ο Ιπποκόωντας τον έδιωξε μαζί με τα παιδιά του από την Σπάρτη. Αξιοθέατα εδώ γνωρίζω ότι είδα το ιερό του Ασκληπιού και την πηγή Πελλανίδα. Σε αυτήν, λένε, ότι έπεσε μέσα μια κοπέλα που έπαιρνε νερό, και ενώ αυτή εξαφανίστηκε το κάλυμμα της κεφαλής της φανερώθηκε στη άλλη πηγή, την Λαγκία [= Βιβάρι;]. Από την Πελλάνα απέχει εκατό στάδια η Βελεμίνα.
 3) βιβλίο 3 (Λακωνικά), κεφ. 26, παρ. 2:  «Τεχθήναι δε ενταύθα [εν Πέφνω] τους Διοσκούρους φασίν Θαλαμάται. Τούτο μεν δη και Αλκάνα εν άσμασιν οίδα ειπόντα, τραφήναι δε ουκέτι εν Πέφνω φασίν αυτούς, αλλά Ερμήν τον εις την Πελλάνα κομίσαντα είναι.»  
βλ. Perseus Digital Library
 Οι Θαλαμάτες λένε ότι γεννήθηκαν εδώ [στην Πέφνο] οι Διόσκουροι. Αυτό γνωρίζω ότι το είπε και ο Αλκμάνας στα τραγούδια του, όμως λένε ότι δεν ανατράφηκαν αυτοί πλέον στην Πέφνο, αλλά είναι ο Ερμής αυτός που τους μετέφερε στην Πελλάνα.
 4) βιβλίο 6 (Ηλιακά Β), κεφ. 8, παρ. 5: «μετά δε τον Βαύκιδά εισιν αθλητών Αρκάδων εικόνες, Ευθυμένης τε εξ αυτής Μαινάλου, νίκας την μεν ανδρών πάλης, την δ' έτι πρότερον εν παισίν ειληφώς, Αζάν εκ Πελλάνας Φίλιππος κρατήσας πυγμή παίδας, ...»
  βλ. βιβλιοθ. Παν/μίου Αθηνών
  Μετά τον Βαύκιδα υπάρχουν αγάλματα Αρκάδων αθλητών, του Ευθυμένη από το Μαίναλο, με νίκες στην πάλη ανδρών, αλλά και (με νίκη) που είχε επιπλέον πάρει παλαιότερα στην (πάλη) παίδων, και του Φίλιππου του Αζάνα από την Πελλάνα που επικράτησε στην πυγμαχία παίδων, ...
(Παρατήρηση: φαίνεται, λοιπόν, πως την εποχή που ζούσαν αυτοί οι δύο αθλητές η Πελλάνα είχε κατακτηθεί από τους γειτονικούς Αρκάδες, οι οποίοι, ως γνωστόν, πολέμησαν αρκετές φορές με τους Σπαρτιάτες για την κατοχή της.)

------------------------------------
Σημείωση:
Ο αρχαιότερος όλων, ο Όμηρος (8ος αι. π.Χ.), δεν αναφέρει, στα δύο πασίγνωστα έργα του, επακριβώς την ονομασία Πελλάνα, αν και γνωρίζουμε πλέον από τις αρχαιολογικές ανασκαφές ότι η πόλη αυτή υπήρχε κατά την εποχή του Τρωικού πολέμου! Για τον λόγο αυτό - υποστηρίζει εδώ ο αρχαιολόγος καθηγητής Θ. Σπυρόπουλος - έχει μεγάλη σημασία να επισημάνουμε τι ακριβώς σημαίνει η λέξη Λακεδαίμων στα ομηρικά έργα: 

 α) Όμηρος, "Ιλιάς", ραψωδία Β, στ. 581-590:
«Οι δ' είχον κοίλην Λακεδαίμονα κητώεσσαν, 
Και αυτοί που είχαν την κοίλη Λακεδαίμονα την φαραγγώδη,
Φάριν τε Σπάρτην τε, πολυτρήρωνά τε Μέσσην, 
και την Φάρη και την Σπάρτη, και την Μέσση με τα πολλά περιστέρια,
Βρυσειάς τ' ενέμοντο και Αυγειάς ερατεινάς, 
και τις Βρυσειές καρπώνονταν και τις όμορφες Αυγειές,
οι τ' άρα Αμύκλας είχον, Έλος τ', έφαλον πτολίεθρον, 
και αυτοί επίσης που είχαν τις Αμύκλες, και το Έλος, την παραθαλάσσια πόλη,
οι τε Λάαν είχον, ηδ' Οίτυλον αμφενέμοντο. 
και αυτοί που είχαν τον Λάα, όπως και αυτοί που κατοικούσαν γύρω από το Οίτυλο.
των οι αδελφεός ήρχε, βοήν αγαθός Μενέλαος, 
Σ’ αυτούς ήταν αρχηγός ο αδελφός του [Αγαμέμνονα], ο ονομαστός Μενέλαος,
εξήκοντα νεών. [...]» 
με εξήντα πλοία. [...]
  Σχόλιο:
Εδώ, λοιπόν, ο Όμηρος, στον περίφημο "Κατάλογο των πλοίων" που μετείχαν στον Τρωικό πόλεμο, δεν αναφέρει την πόλη Πελλάνα: αναφέρει πρώτα την Λακεδαίμονα, έπειτα την Φάρη και μετά την Σπάρτη... Με βάση το χωρίο  αυτό, όμως, ο καθηγητής Θ. Σπυρόπουλος στηρίζει την άποψή του ότι με την Λακεδαίμονα ο Όμηρος υπονοεί την Πελλάνα: προσέχοντας την ακριβή σειρά με την οποία καταγράφονται οι πόλεις - εξηγεί - η πρωτεύουσα για το βασίλειο του Μενελάου ήταν η Λακεδαίμονα,  ως πρώτη, και όχι η Σπάρτη, η οποία αναφέρεται τρίτη στην σειρά! Επομένως, με την ονομασία αυτή, Λακεδαίμονα, δεν περιγράφει ολόκληρη την Λακωνία, δηλ. την συνολική περιοχή που διοικούσε ο βασιλιάς, αλλά μία συγκεκριμένη περιοχή/πόλη, και επειδή την χαρακτηρίζει κοίλη και φαραγγώδη, ουσιαστικά περιγράφει εμφανώς ...την Πελλάνα (όπως ονομάστηκε αργότερα η πόλη αυτή)! 
 Το ίδιο υποστηρίζει ο εν λόγω αρχαιολόγος και για το ακόλουθο χωρίο της Οδύσσειας, στο οποίο περιγράφεται η άφιξη του Τηλέμαχου (γιου του Οδυσσέα) και του Πεισίστρατου (γιου του βασιλιά της Πύλου Νέστορα) στο παλάτι του Μενέλαου...

β) Όμηρος, «Οδύσσεια», ραψωδία δ, στ. 1-12:
«Οι δ’ ίξον κοίλην Λακεδαίμονα κητώεσσαν.
Και έφτασαν αυτοί στην κοίλη Λακεδαίμονα την φαραγγώδη,
προς δ’ άρα δώματ’ έλων Μενελάου κυδαλίμοιο.
και στο παλάτι ευθύς επήγαν του ονομαστού Μενέλαου.
Τον δ’ εύρον δαινύντα γάμον πολλοίσιν έτησιν,
Τον βρήκαν να κάνει τραπέζι σε πολύ κόσμο για το γάμο,
υιέος ηδέ θυγατρός αμύμονος, ω ενί οίκω.
του γιου του καθώς και της άψογης κόρης του, στον ίδιο χώρο.
Την μεν Αχιλλήος ρηξήνορος υιέι πέμπεν. […]
Την κόρη έστελνε στον γιο του ακαταμάχητου Αχιλλέα […]
Υιέι δε Σπάρτηθεν Αλέκτορος ήγετο κούρην,
 Τον γιο του εξάλλου πάντρευε με την κόρη του Αλέκτορα από την Σπάρτη,
ος οι τηλύγετος γένετο κρατερός Μεγαπένθης
τον κρατερό Μεγαπένθη, που τον απέκτησε στερνοπαίδι
εκ δούλης.»

2. Η Β. Λακωνία σε κείμενα μεταβυζαντινών συγγραφέων.

 Η Πελλάνα ως ονομασία φαίνεται πως δεν υπήρχε κατά την διάρκεια της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας {Βυζαντινής}, ενώ γενικά η περιοχή της βόρειας Λακωνίας ονομαζόταν Λακεδαιμονία. 
 Τα κείμενα που ακολουθούν αναφέρονται στην εποχή μετά την πτώση της Κων/πολης, όταν στην Πελοπόννησο, που είχε μοιραστεί στους δύο αδελφούς του αυτοκράτορα Κων/νου Παλαιολόγου, τον Θωμά και τον Δημήτριο, επικρατούσε μεγάλη αναστάτωση λόγω της διαρκούς έριδας ανάμεσά τους. Πιο συγκεκριμένα, εξιστορούν τα γεγονότα μετά την κατάληψη του Μυστρά το 1460 από τον ίδιο τον Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή, ο οποίος στην συνέχεια κατέλαβε όλα τα υπόλοιπα κάστρα που υπήρχαν στους πρόποδες του Ταυγέτου: πρώτα την ανυπεράσπιστη Βορδώνια, κατόπιν, μετά από σκληρή μάχη με τον ήρωα Προινοκοκά, το  Καστρί (από το κάστρο του αυτό φαίνεται ότι πήρε την ονομασία του το χωριό), ενώ έπειτα πιο βόρεια το Λεοντάρι καθώς και το Γαρδίκι.

1. Γεώργιος Φραντζής (1401-1480), “Χρονικόν”, κεφ. υνθ΄-υξ΄:
 […] Και τούτων δη των προρρηθέντων κακών εις τον άπαντα του Μορέως αθλίου τόπον γινομένων, ελθόντος και φωσσάτου μερικού έξωθεν, κατέδραμον τον τόπον άπαντα, ίνα, άπερ κακά παρέλιπον οι οικήτορες και κύριοι αυθένται και άρχοντες, ουκ από προαιρέσεως αλλ’ από αδυναμίας πράξωσιν αυτοί, του μεν ενός των δεσποτών εχθροί όντες, του δε άλλου τάχα φίλοι. ον δη δεσπότην και εχθρόν κυρ Θωμάν εις τα περί το Λεοντάριν ευρόντες και διώξαντες και αιχμαλωτίσαντες, έπειτα φέροντες το κατουνοτόπιον ήτοι τας τένδας αυτών πλησίον των οσπητίων του Λεονταρίου έθηκαν, είτ’ εξελθόντες απήλθον εις τα περί τον Μυζηθράν και τον φίλον αυτών δεσπότην, και απ’ εκεί διέβησαν νικηταί και μετά πολλού κέρδους ζώων τε και ανθρώπων. Μόλις ουν ποτέ εννοήσαντες οι αυθένται και αδελφοί το κακόν της εαυτών μάχης. και συναχθέντες εις το Καστρίτζιν εποίησαν τάχα όρκους ειρήνης και του της Λακεδαιμονίας (μητροπολίτου) μετά του σάκκου αυτού λειτουργήσαντος, οπόταν του Χριστιανούς μετά φόβου Θεού και πίστεως προσελθείν επιβοώσιν οι ιερείς, προσελθόντες οι αυθένται και αδελφοί και ομόσαντες, έμεινεν, ως ηκούσαμεν, ο δεσπότης κυρ Δημήτριος εν τοις συμπεφωνημένοις μέχρι τινός. και πάλιν ην ο αυτός, ως ουδενός καινού γεγονότος. [...] Και ήρξαντο πάλιν τα κακά και έτι, των χθες τοιούτων φρικτών όρκων λυθέντων, και έπραττεν ο καθείς κατά του ετέρου το ηδύνατο τας ελπίδας [...].
 […] Ο δ’ αμηράς την μεν βασίλισσαν και θυγατέραν οικονομήσας έστειλεν έξω μετά τινων των αυτού και αυτής, τον δε δεσπότην ήγε και έφερε μεθ’ εαυτού. Ελθόντες ουν εις την Βορδονίαν  και το Καστρίτζιν, οι μεν εις την Βορδονίαν γενναίοι άρχοντες αυτής φοβηθέντες έφυγον αφέντες αυτήν, οι δε εις το Καστρίτζιν τάχα μέχρι τινός αντισταθέντες και πολεμήσαντες τέλος προσεκύνησαν, και κατελθόντες στεφανωθήναι υπέρ των ανδραγαθημάτων αυτών, ους μεν αυτών εκαρατόμησεν, ους δε εις πάλους εκάθισε, τον δε Προινοκοκάν εκδείρας ετελείωσεν, άξιον τέλος των εργασιών και πράξεων απολαύσαντος. Ελθόντος δ’ αυτού δη του αμηρά και εις τα περί το Λεοντάριν και αυτό το Λεοντάριν, και ευρών αυτό έρημον ανθρώπων, αυτό μεν απήραν. εις δε το Γαρδίκιν, ένθα οι άνθρωποι ως ισχυρότερον απήλθον φυλαχθησόμενοι, απελθών επολεμήθη μέχρι τινός παρά των Λεονταριτών. τέλος δε εδουλώθησαν. και εγένοντο πάντες παρανάλωμα μαχαίρας συν γυναιξί και παισί.
βλ. Google books
 Και ενώ έγιναν αυτά τα κακά που προαναφέρθηκαν σε όλο τον τόπο του άθλιου Μοριά, όταν ήρθε και μερικό στράτευμα από έξω, επέδραμαν σε ολόκληρο τον τόπο, για να πράξουν αυτοί, όχι από επιλογή αλλά από αδυναμία, όσα κακά παρέλειψαν οι οικήτορες και κυρίαρχοι αφέντες και άρχοντες, με το να είναι εχθροί προς τον ένα άρχοντα, ενώ φίλοι τάχα προς τον άλλον. Τον άρχοντα λοιπόν και εχθρό τους Θωμά [Παλαιολόγο] αφού τον βρήκαν στην περιοχή του Λεονταρίου, τον κυνήγησαν και τον αιχμαλώτισαν, έπειτα αφού έφεραν τον καταυλισμό τους, δηλ. τις σκηνές τους, τον έβαλαν πλησίον των σπιτιών του Λεονταρίου και κατόπιν αφού εξήλθαν, πήγαν στην περιοχή του Μυστρά και στον άρχοντα φίλο τους [Δημήτριο Παλαιολόγο] και από εκεί διάβηκαν ως νικητές μαζί με μεγάλο κέρδος από ζώα και ανθρώπους. Τότε λοιπόν πια οι αφέντες και αδελφοί εννόησαν το κακό από την διαμάχη μεταξύ τους. Και αφού συγκεντρώθηκαν στο Καστρίτζι έκαναν τάχα όρκους ειρήνης και ενώ λειτουργούσε ο μητροπολίτης Λακεδαιμονίας φορώντας τον ιερατικό σάκκο του, όταν οι ιερείς φωνάζουν τους χριστιανούς να προσέλθουν με φόβο Θεού και πίστη, αφού προσήλθαν οι αφέντες και αδελφοί και αφού ορκίστηκαν, παρέμεινε, όπως ακούσαμε, ο άρχοντας Δημήτριος στα συμπεφωνημένα μέχρι κάποιο διάστημα. Και πάλι έγινε ο ίδιος, σαν να μην είχε γίνει τίποτε καινούριο. [...] Και άρχισαν πάλι τα κακά και επιπλέον, αφού καταπατήθηκαν οι παλαιοί τόσο φρικτοί όρκοι, έπραττε ο καθένας εναντίον του άλλου ό,τι μπορούσε [...].
  Ο αμηράς όμως προικονομώντας έστειλε έξω την βασίλισσα και την κόρη του μαζί με μερικούς δικούς του και δικούς της, ενώ τον άρχοντα [Δημήτριο] τον πήρε μαζί του. Όταν ήρθαν λοιπόν στην Βορδόνια και στο Καστρίτζι, οι μεν γενναίοι άρχοντες στην Βορδόνια έφυγαν, επειδή φοβήθηκαν, εγκαταλείποντάς την, οι δε στο Καστρίτζι, αφού αντιστάθηκαν τάχα μέχρις ενός σημείου και πολέμησαν, στο τέλος προσκύνησαν και καθώς κατέβηκαν για να στεφανωθούν για τα ανδραγαθήματά τους, άλλους από αυτούς τους αποκεφάλισε, άλλους τους παλούκωσε, ενώ τον Προινοκοκά τον σκότωσε γδέρνοντάς τον, βρίσκοντας αντάξιο τέλος για τα έργα και τις πράξεις του. Και όταν ήρθε ο αμηράς στην περιοχή του Λεονταρίου και στο ίδιο το Λεοντάρι και το βρήκε έρημο από ανθρώπους, το κατέλαβαν. Στο Γαρδίκι όμως, όπου κατέφυγαν οι άνθρωποι για να προφυλαχθούν ως πιο ισχυρό που ήταν, όταν έφθασε, συνάντησε αντίσταση για κάποιο διάστημα από τους Λεονταρίτες, αλλά στο τέλος υποδουλώθηκαν. Και έγιναν όλοι παρανάλωμα της μαχαίρας μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά.

2. Κριτόβουλος ο Ιμβριώτης (1410-1470), “Βίος του Μωάμεθ Β΄”, τόμος Α΄, παρ. 124, 129:
 Άρας εκείθεν ο βασιλεύς συνεπαγόμενος άμα και τον δεσπότην Δημήτριον αφικνείται εις τι πολίχνιον ερυμνότατον πάντη το παρά την υπώρειαν του μεγάλου όρους της Σπάρτης κείμενον ου πόρρω του άστεως Καστρίον ονομαζόμενον, και στρατοπεδευσάμενος αυτού προσφέρει λόγους τοις εν αυτώ περί τε εκδόσεως εαυτών τε και του πολίσματος. Οι δε πιστεύοντες εαυτοίς και τη οχυρότητι του φρουρίου, ην γαρ άλλως απότομον και απόκρημνον το χωρίον και τραχύ και ανάντες πάντη και μίαν μόνον πάροδον έχον και ταύτην τριπλώ τείχει περιπεφραγμένον τε και κατησφαλισμένον. Και αυτοί γαρ ήσαν άνδρες λογάδες ωσεί τετρακόσιοι, ου παρεδέξαντο τους λόγους του βασιλέως, αλλά κλείσαντες τας πύλας εκαρτέρουν.
 […] Βασιλεύς δε τους μεν άνδρας εκέλευσεν αποσφαγήναι πάντας, ευθύς, όσοι παρελείφθησαν τω πολέμω, τριακοσίους όντας, παίδας δε και γυναίκας ηνδραποδίσατο, την δε πολίχνην κατέσκαψεν.
βλ. Google books
 Ξεκίνησε από εκεί ο βασιλιάς [Μωάμεθ Β΄] παίρνοντας μαζί του και τον άρχοντα Δημήτριο και φθάνει σε μια πολίχνη πάρα πολύ οχυρή από παντού, κοντά στους πρόποδες του μεγάλου όρους της Σπάρτης, που βρίσκεται όχι μακριά από την πόλη και ονομάζεται Καστρί και αφού στρατοπέδευσε εκεί προτείνει λόγους σε αυτούς που ήταν μέσα για να παραδώσουν τους εαυτούς τους και την πολίχνη. Αυτοί όμως, επειδή πίστευαν στους εαυτούς τους και στην οχυρότητα του φρουρίου, γιατί ήταν απότομο και απόκρημνο το μέρος και τραχύ και ανηφορικό από παντού, και έχει μία μόνο πρόσβαση και αυτή είναι με τριπλό τείχος, και είναι περιφραγμένο και πάρα πολύ ασφαλές. Και αυτοί ήταν περίπου τετρακόσιοι άνδρες, που δεν δέχθηκαν τις προτάσεις του βασιλιά, αλλά αφού έκλεισαν τις πύλες περίμεναν.
 […] Ο βασιλιάς όμως τους μεν άνδρες διέταξε να τους σφάξουν όλους, αμέσως, όσοι αιχμαλωτίσθηκαν στην μάχη, τα δε παιδιά και τις γυναίκες τους πήρε ως δούλους, ενώ την πολίχνη την κατέσκαψε.

3. Λαόνικος Χαλκοκονδύλης (1430-1490), “Αποδείξεις ιστοριών” (Migne, Patrologia Graeca):
 […] Οι δε Έλληνες χρόνον πολύν μαχόμενοι ουκ ηδύναντο ως αμύνεσθαι προς άλλους και άλλους του βασιλέως. Απείπον δη, προσώκησαν δε εις ομολογίαν τω βασιλεί. Τούτους μεν ουν, ως την ακρόπολιν παρέλαβε, πάντας απαγαγών εις έναν χώρον κατέσφαξε, γενομένους του σύμπαντος εις τριακοσίους και τον άρχοντα αυτών τη υστεραία χωρίς έτεμεν το σώμα πονησόμενον.
βλ. Scribd (download)
 […] Οι Έλληνες όμως πολεμώντας για πολύ ώρα δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν τους όλο και περισσότερους [στρατιώτες] του βασιλιά [Μωάμεθ Β΄]. Απόκαμαν πλέον και προχώρησαν για να παραδοθούν στον βασιλιά. Αυτούς λοιπόν, μόλις παρέλαβε το φρούριο, αφού τους μετέφερε όλους σε ένα τόπο, τους κατέσφαξε, συνολικά τριακόσιους, και τον αρχηγό τους την άλλη ημέρα του διχοτόμησε το σώμα για να τον βασανίσει.

3. Ξένοι περιηγητές: Μπενζαμίν Μπρυ.

 Όπως έχουμε αναφέρει και σε παλαιότερο άρθρο μας η Πελλάνα κατά την νεότερη εποχή ονομαζόταν, μέχρι πρόσφατα, Γεωργιτσιάνικα Καλύβια. Οι διάφοροι Ευρωπαίοι συγγραφείς-περιηγητές, που πέρασαν από την περιοχή μας μεταβαίνοντας από ή προς τον Μυστρά, κάνουν συχνά το λάθος και ταυτίζουν την αρχαία Πελλάνα είτε με τα ερείπια της Αιγίδος (αυτές οι δύο πόλεις μαζί με την πόλη Βελεμίνα συναποτελούσαν την Λακωνική Τριπολίτιδα) είτε με το σημερινό Κεφαλόβρυσο που βρίσκεται βόρεια, στον δρόμο προς την Κολλίνα.
 Στο κείμενο, όμως, που ακολουθεί (ενός Γάλλου πρόξενου, ο οποίος ακολούθησε τα τουρκικά στρατεύματα που κατέλαβαν τον Μυστρά το 1715 από τους Βενετούς) δεν έχουμε αναφορά για το ίδιο το χωριό μας (όπως συμβαίνει στα υπόλοιπα κείμενα που θα δημοσιευθούν αργότερα) παρά μόνον για την περιοχή Σαπολίβαδο του κάμπου μας...

Benjamin Brue, "Journal de la campagne que le grand vesir Ali Pacha a faite en 1715 
pour la conquète de la Morée", εκδ. E. Thorin, Παρίσι 1870, σελ. 51:
 Le 21 au matin, les Beiglerbeigs de Romelie et d'Anatob'e partirent du camp de Modon pour aller chacun au lieu de sa destination. Le Beiglerbeig de Romelie avoit ordre de prendre avec luy les troupes qui avoient servi au siège de Castel sous les ordres du Serasker Moustafa Pacha, auquel le Grand Vesir avoit ordonné de se rendre auprez de sa personne. L'aprez midy l’Aga des janissaires partit pour aller à Misistra.
 Le 22, le Grand Vesir, avec l'armée, partit du camp de Modon et alla à celuy de Handrino, où il séjourna le 23 et le 24; le 25 on alla à Nissi, le 26 à Lakos, et le 27 il campa auprez de Londari, toujours dans les mêmes lieux où l'on avoit campé en allant à Modon.
 Le 28, on prit sur la droite en marchant vers le midy, on passa une montagne assez haute, et aprez avoir marché pendant quatre heures dans un beau valon, on campa en un lieu qu'on appelle Longanico, où est la source de la rivière Iris, qui se jette dans le golfe de Colochina.
 Le 29, aprez deux heures de marche dans un assez beau pays, on campa auprez d'un ruisseau, à un lieu que l'on appelle Sapolivado.
 Le 30, on marcha pendant quatre heures dans un beau pays de plaine, où il y a de tems en tems quelques colines qui forment ensuite un défilé assez long; on fut obligé de passer plusieurs fois l'Iris, qui serpente au milieu; quand on fut arrivé vis-â-vis de Misistra, on le laissa à droite et on alla camper sur la gauche, à une lieue et demy vis-à-vis de cette ville, aprez avoir passé encore une fois l'Iris.
μετάβαση στο πρωτότυπο κείμενο
Μετάφραση
Μπενζαμίν Μπρυ,"Ημερολόγιο της εκστρατείας που έκανε ο μέγας βεζίρης Αλή Πασάς [Κιουμουρτζής] το 1715 
για να κατακτήσει τον Μοριά", εκδ. E. Thorin, Παρίσι 1870, σελ. 51:
  Στις 21, το πρωί, οι μπεηλερμπέηδες της Ρούμελης και της Ανατολής έφυγαν από το στρατόπεδο της Μεθώνης για να μεταβεί ο καθένας στον τόπο προορισμό του. Ο μπεηλέρμπεης της Ρούμελης είχε διαταγή να πάρει μαζί του τα στρατεύματα που είχαν συμμετάσχει στην πολιορκία του Καστέλου κάτω από τις διαταγές του στρατηγού Μουσταφά Πασά, τον οποίο ο μέγας βεζίρης είχε διατάξει να μεταβεί προς εκείνον. Το απόγευμα ο αγάς των γενιτσάρων ξεκίνησε για να πάει στον Μυστρά.
  Στις 22, ο μέγας βεζίρης με το στρατό, ξεκίνησε από το στρατόπεδο της Μεθώνης και πήγε σε εκείνο του Ανδρίνου, όπου έμεινε στις 23 και 24, στις 25 πήγε στο Νησί, στις 26 στο Λάκο και στις 27 στρατοπέδευσε στο Λεοντάρι, πάντα στις ίδιες θέσεις όπου είχε στρατοπεδεύσει μεταβαίνοντας στην Μεθώνη.
  Στις 28, στρίψαμε δεξιά βαδίζοντας προς τον νότο, περάσαμε ένα αρκετά ψηλό βουνό και μετά έχοντας περπατήσει επί τέσσερις ώρες μέσα σε μια όμορφη κοιλάδα, στρατοπεδεύσαμε σε μια περιοχή που ονομάζεται Λογκανίκος, όπου είναι η πηγή του ποταμού Ίρι [Ευρώτα], ο οποίος χύνεται στον κόλπο της Κολοκύθας [Λακωνικός κόλπος].
  Στις 29, μετά από δύο ώρες πορείας μέσα σε μια αρκετά  όμορφη περιοχή, κατασκηνώσαμε δίπλα σε ένα ρέμα, σε έναν τόπο που ονομάζεται Σαπολίβαδο.
  Στις 30, προχωρήσαμε επί τέσσερις ώρες σε μια όμορφη τοποθεσία της πεδιάδας, όπου υπάρχουν εδώ κι εκεί μερικοί λόφοι που σχηματίζουν στη συνέχεια μια αρκετά μακριά λοφοσειρά. Αναγκαστήκαμε να διασχίσουμε πολλές φορές τον Ευρώτα, ο οποίος κυλάει στην μέση. Όταν φθάσαμε απέναντι από τον Μυστρά, τον αφήσαμε στα δεξιά και πήγαμε να κατασκηνώσουμε στα αριστερά, σε μιάμιση λεύγα αντίκρυ από αυτή την πόλη, αφού διασχίσαμε για μία ακόμα φορά τον Ευρώτα.

4. Η Πελλάνα στην "Χάρτα" του Ρήγα Φεραίου.

 Ο εθνομάρτυρας Ρήγας Φεραίος (1757-1798), μεταξύ των άλλων βιβλίων που είχε συγγράψει, είχε δημιουργήσει και ένα ξεχωριστό έργο, και μάλιστα αρκετά θαυμαστό για την εποχή του: την περίφημη "Χάρτα της Ελλάδος". Πρόκειται για ένα μεγάλο χάρτη της Ελλάδας και των βαλκανικών χωρών (σε τετράγωνο σχήμα με πλευρά 2,07 μ., αποτελούμενο από 12 τεμάχια χαρτιού, συγκολλημένα μεταξύ τους), ο οποίος εκτυπώθηκε στην Βιέννη το 1797 σε 1220 αντίτυπα.
 Ήταν η πρώτη απεικόνιση από Νεοέλληνα τόσο του ελληνικού όσο και του ευρύτερου χώρου, όπου ακτινοβολούσε ο αρχαίος και ο νεότερος ελληνισμός. Στον χώρο αυτό οραματιζόταν ο Ρήγας, όπως αναφέρει στο έργο του "Νέα Πολιτική Διοίκηση", την δημιουργία μιας ελληνικής δημοκρατίας, η οποία θα αντικαθιστούσε τον Σουλτάνο και την οθωμανική αυτοκρατορία επί του βαλκανικού εδάφους, προσφέροντας ειρηνική συνύπαρξη και ισονομία σε όλους τους λαούς της περιοχής. Το σχέδιό του, όμως, προδόθηκε από τον γραμματικό του στους Αυστριακούς, οι οποίοι τον συνέλαβαν ως επαναστάτη και τον παρέδωσαν στους Τούρκους στο Βελιγράδι, όπου βρήκε μαζί με τους συντρόφους του τραγικό θάνατο  δι' απαγχονισμού  το 1798, ...δυο δεκαετίες και κάτι πριν την εθνεγερσία, του 1821, που τόσο πολύ οραματιζόταν και προπαγάνδιζε στον "Θούριό" του: "Ως πότε παλληκάρια...".
 Στην Χάρτα του Ρήγα παρατηρούμε ότι καταγράφονται κυρίως οι αρχαίες ονομασίες οικισμών και για τον λόγο αυτό βλέπουμε ότι στην περιοχή μας αναφέρεται η Πελλάνα ως Πάλλανα (που μας θυμίζει τα Πέλλανα που αναφέρει ο Στράβωνας [βλ. το κείμενο 4, στο 9.2 άρθρο μας], ενώ πιο βόρεια υπάρχει και η αρχαία πόλη Βελεμίνα ως Βλεμίνη, καθώς και η Σελλασία ανατολικά ως Συλλασία), αλλά δεν καταγράφονται τα υπόλοιπα χωριά που υπήρχαν εκείνη την εποχή, όπως το Γεωργίτσι, ο Λογγανίκος κλπ. (επίσης ο Λακωνικός κόλπος αναφέρεται και ως κόλπος Κολοκυνθιάς, όπως λεγόταν την εποχή εκείνη λόγω του σχήματός του). Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο Χάρτης αυτός αποτελεί αντιγραφή από άλλους χάρτες της εποχής του ή και παλαιότερους που απεικονίζουν την αρχαία Ελλάδα, όπως π.χ. ο εξής χάρτης του 1707, όπου θα βρείτε την ονομασία Pallana: http://www.davidrumsey.com/
{για μεγέθυνση, κάνετε κλικ επάνω του}

5. Ξένοι περιηγητές: Έντουαρντ Ντόντγουελλ.

  Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από έναν Ιρλανδό ζωγράφο, περιηγητή και συγγραφέα αρχαιολογίας (γεννήθηκε το 1767 και απεβίωσε το 1832). Στην φωτογραφία αριστερά βλέπουμε έναν πίνακά του, που έχει ως θέμα το παζάρι της Αθήνας όπως γινόταν εκείνη την εποχή...
 Όπως αναφέραμε σχετικά και στο προηγούμενο άρθρο μας, ο συγγραφέας αυτός είναι ένας από τους περιηγητές που κάνουν το λάθος και ταυτίζουν την αρχαία Πελλάνα με το σημερινό Κεφαλόβρυσο που βρίσκεται βόρεια, στον δρόμο προς την Κολλίνα. Αλλά, στην συνέχεια, αναφέρει το χωριό Τρύπη ή Τρούπη [μήπως εννοεί κάποιο χωριό που υπήρχε στην κοντινή περιοχή Τρουπόρραχη;], που το ταυτίζει σχεδόν με το Χαράκωμα (που μας είναι γνωστό από τον Παυσανία), το οποίο όμως το θεωρεί πόλη και όχι τείχος.

Edward Dodwell, A classical and topographical tour through Greece during the years 1801, 1805, and 1806,
Λονδίνο 1819, τόμος 2, σελ. 399-401:
TO MISITHRA.
 The next day, the 26th, we set out for Misithra, and in the space of forty-five minutes crossed three streams, which turn some small mills. In an hour and thirty-five minutes from Agie-Basile, we came to a fine kephalo-brusi, or spring, rushing copiously from the ground, and immediately accumulating into a rapid current in the direction of Sparta.
 This is one of the sources of the Eurotas. The spot has been much ornamented, and several large blocks of stone, and foundations, are seen scattered about, which perhaps mark the site of the city of Pellana (Pausan. b.3.c.21.), as the fountain is the Pellanis. We soon crossed the stream which it produces, and proceeded on its western side, through a grove of mulberry trees, which abound in the Spartan plain. The silk which is made at Misithra, near Sparta, is of an excellent quality, and forms a principal part of the riches of the place.
 We made a slight deviation from the road, and ascended an eminence, to take a view of Taygeton; but the grandeur of the mountain is not seen from this direction.
 We returned to the road, passed a short way to the right of a village called Trupe, and observed some ancient traces and foundations of walls. These remains are frequent throughout Laconia, and indicate, perhaps, some of the hundred cities of Hecatompolis, which, according to Strabo (B. 8. p. 362), were, as early as the time of Lycurgus, reduced, to about thirty small (Πολίχναι) towns. Not far from Pellana was the town of Charakoma (Pausan. b. 3. c. 21.).
 We pursued our journey, and in three quarters of an hour crossed six rivulets, all descending from Taygeton, which rose nobly on our right. Of these streams the last is of considerable size, and is named Kastanias Potamos, as its source is near the village of Kastania. They all enter the Eurotas, after a short and rapid course. The Eurotas, which flowed to our left, has its left bank supported by a strong ancient wall of considerable length, composed of welljoined irregular polygons. We crossed two other streams which enter the river, and came to some kruptai, or sepulchral caverns, cut in the rock, near which we found the following inscription on grey marble:  
Η ΠΟΛΙΣΛΑΥΛΙΑΝ ΦΙΛΟΚΡΑΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΤΟΣ …[Σ]ΠΑΡΤΙΑΤΙΚΟΥΚΑΙΟΥΛΙΑΣ ΕΤΥΜΟΚΛΗΣΤΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΣΝ ΕΥΓΕΝΕΣΤΑΤΩΝΤΑ ΠΡΩΤΩΝ...
 Not far from this spot, are two round hills, in the form of tumuli, but apparently too large to be artificial. Athenaeus (Deipnosoph. b. 14. c. 5.) asserts, that there were some large tumuli (χώματα μεγάλα) at Sparta, which were said to be the sepulchres of the Phrygians, who were the followers of Pelops.
 Forty minutes from this place we crossed a stream, and came to the ruins of an aqueduct formed of arches, and built of Roman brick. The view of these remains, with Taygeton in the back ground, is one of the grandest and most picturesque in Greece!
 A short way from the aqueduct, we crossed a rivulet; in forty six minutes from which we passed a river, probably the Tiason; and in twenty minutes more reached Misithra, which is six hours from Agie Baslle. This town is situated at the eastern foot of Taygeton.
μετάβαση στο πρωτότυπο κείμενο
Μετάφραση
Έντουαρντ Ντόντγουελλ, "Μια κλασική και τοπογραφική περιήγηση διαμέσου της Ελλάδας κατά τα έτη 
1801, 1805, και 1806", Λονδίνο 1819, σελ. 399-401:
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΥΣΤΡΑ.
 Την επόμενη ημέρα, στις 26, ξεκινήσαμε για τον Μυστρά, και σε διάστημα σαράντα πέντε λεπτών περάσαμε τρία ρέματα, που περιέστρεφαν μερικούς μικρούς νερόμυλους. Σε μία ώρα και τριάντα πέντε λεπτά από τον Άγιο Βασίλη, καταλήξαμε σε ένα ωραίο κεφαλόβρυσο, πηγή νερού, που ξεχύνεται άφθονο από το έδαφος και κατευθύνεται αμέσως μέσα σε ταχύ ρεύμα προς την κατεύθυνση της Σπάρτης.
 Αυτή είναι μία από τις πηγές του Ευρώτα. Το σημείο αυτό είναι αρκετά διακοσμημένο και μερικές μεγάλες τετράγωνες πέτρες, καθώς και θεμέλια, φαίνονται γύρω διάσπαρτα, που ίσως να προσδιορίζουν την τοποθεσία της πόλης Πελλάνα, εφόσον η πηγή είναι η Πελλανίδα. Σύντομα διασχίσαμε το ρυάκι που δημιουργεί αυτή και προχωρήσαμε στην δυτική πλευρά του, μέσα από μια έκταση με μουριές, οι οποίες αφθονούν στην σπαρτιατική πεδιάδα. Το μετάξι που παράγεται στον Μυστρά, κοντά στο Σπάρτη, είναι εξαιρετικής ποιότητας και αποτελεί βασικό τμήμα του πλούτου της περιοχής.
 Κάναμε μια μικρή απόκλιση από το δρόμο και ανεβήκαμε σε ένα ύψωμα, για να έχουμε θέα του Ταϋγέτου, αλλά το μεγαλείο του βουνού δεν φαινόταν από αυτή την κατεύθυνση.
 Επιστρέψαμε στο δρόμο, περάσαμε ένα σύντομο δρόμο στα δεξιά του χωριού που ονομάζεται Τρ(ο)ύπη και παρατηρήσαμε κάποια αρχαία ίχνη και θεμέλια τειχών. Αυτά τα υπολείμματα είναι συχνά σε όλη τη Λακωνία και υποδεικνύουν, πιθανόν, ορισμένες από τις εκατοντάδες πόλεις της Εκατόμπολης, η οποία, σύμφωνα με τον Στράβωνα, ήταν, ήδη από την εποχή του Λυκούργου, περιορισμένη σε περίπου τριάντα μικρές πόλεις (πολίχναι). Όχι μακριά από την Πελλάνα ήταν η πόλη Χαράκωμα.
 Συνεχίσαμε το ταξίδι μας και στα τρία τέταρτα της ώρας διασχίσαμε έξι ρυάκια, που κατηφόριζαν όλα από τον Ταΰγετο, ο οποίος εμφανίστηκε μεγαλοπρεπώς στα δεξιά μας. Από αυτά τα ρυάκια το τελευταίο είναι αξιοσημείωτου μεγέθους και ονομάζεται ποταμός Καστανιάς, καθώς η πηγή του είναι κοντά στο χωριό Καστανιά. Όλα τους καταλήγουν στον Ευρώτα μετά από μια σύντομη και ορμητική πορεία. Ο Ευρώτας, ο οποίος κυλούσε προς τα αριστερά μας, υποστηρίζεται στην αριστερή του όχθη από ένα ισχυρό αρχαίο τείχος αξιοσημείωτου μήκους, αποτελούμενο από καλώς ενωμένα ακανόνιστα πολύγωνα. Διασχίσαμε άλλους δύο χειμάρρους που καταλήγουν στον ποταμό και φθάσαμε σε κάποιες κρύπτες, σπηλιές με τάφους, σκαλισμένες στο βράχο, κοντά στο οποίο βρήκαμε την ακόλουθη επιγραφή σε γκρίζο μάρμαρο: 
Η ΠΟΛΙΣ …ΛΑΥΛΙΑΝ ΦΙΛΟΚΡΑΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΤΟΣ …[Σ]ΠΑΡΤΙΑΤΙΚΟΥ …ΚΑΙ …ΟΥΛΙΑΣ ΕΤΥΜΟΚΛΗΣ …ΤΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΣ …Ν ΕΥΓΕΝΕΣΤΑΤΩΝ …ΤΑ ΠΡΩΤΩΝ…
 Όχι μακριά από αυτό το σημείο, υπάρχουν δύο στρογγυλοί λόφοι με τη μορφή τύμβου, αλλά προφανώς πολύ μεγάλοι για να είναι τεχνητοί. Ο Αθήναιος ισχυρίζεται ότι υπήρχαν ορισμένοι μεγάλοι τύμβοι (χώματα μεγάλα) στην Σπάρτη, οι οποίοι θεωρήθηκαν ως τάφοι των Φρυγών, που ήταν οι ακόλουθοι του Πέλοπα.
 Σαράντα λεπτά από αυτό το σημείο, διασχίσαμε ένα ρέμα και φθάσαμε στα ερείπια ενός υδραγωγείου που αποτελείται από καμάρες και χτίστηκε με ρωμαϊκό τούβλο. Η θέα αυτών των ερειπίων, με τον Ταΰγετο στο πίσω μέρος, είναι μία από τις εξοχότερες και τις πιο γραφικές στην Ελλάδα!
 Σε σύντομη διαδρομή από το υδραγωγείο διασχίσαμε ένα ρυάκι, από το οποίο μετά από σαράντα έξι λεπτά περάσαμε ένα ποτάμι, πιθανόν τον Τίασο, και σε περισσότερο από είκοσι λεπτά φθάσαμε στον Μυστρά, που είναι έξι ώρες από τον Άγιο Βασίλη. Αυτή η πόλη βρίσκεται στους ανατολικούς πρόποδες του Ταΰγετου.

6. Ξένοι περιηγητές: Γουίλλιαμ Τζελλ.

 Το ακόλουθο κείμενο, που ανακάλυψε ο αναγνώστης μας Χρήστος Χ., προέρχεται από έναν Άγγλο κλασσικό αρχαιολόγο (γεννήθηκε το 1777 και απεβίωσε το 1836), γνωστό κυρίως από ένα έργο του για την Πομπηία, που ήταν φίλος του Edward Dodwell, τον οποίο γνωρίσαμε στο προηγούμενο άρθρο μας. 
 Ταξίδευσε και αυτός στην Ελλάδα κατά τα έτη 1801-1806 και κατέγραψε τις εντυπώσεις από τις διαδρομές που έκανε στην χώρα μας, κάνοντας παράλληλα και σχόλια στα έργα των αρχαίων περιηγητών Παυσανία και Στράβωνα. Η γραφή του στο κείμενο αυτό χαρακτηρίζεται ως  "τηλεγραφική" και ελάχιστα αφηγηματική, αλλά εντούτοις είναι αρκετά πολύτιμο ως έργο, επειδή αναφέρει πολλές λεπτομέρειες, συχνά με φωτογραφική λεπτομέρεια, για κάθε περιοχή! Έτσι, λοιπόν, ανακαλύπτουμε όλα τα χωριά και τα τοπωνύμια που συνάντησε αυστηρά, όμως, επάνω στην διαδρομή που ακολούθησε από βορράν προς την Σπάρτη... (Μέσα σε παρένθεση αναφέρονται τα λεπτά της ώρας που χρειάστηκε για να μεταβεί από το ένα σημείο σε κάποιο άλλο, ενώ οι ενδείξεις l. και r. δηλώνουν αντίστοιχα left και right, αριστερά - δεξιά). Κάνει το ίδιο λάθος με άλλους περιηγητές και ταυτίζει σχεδόν το Κεφαλόβρυσο με την αρχαία Πελλάνα, ενώ λίγο πιο κάτω αναφέρει μια πηγή, τείχη και μια ακρόπολη, στοιχεία που περιγράφουν σαφώς την Πελλάνα και το Παλαιόκαστρο, αλλά δεν την ταυτίζει με αυτά. Επίσης, αναφέρει και αυτός το χωριό Τρούπες, το οποίο συναντήσαμε και στο προηγούμενο άρθρο μας.

sir William Gell, "Itinerary of the Morea", being a description of the routes of that peninsula,
Λονδίνο 1817, εκδ. Rodwell and Martin, σελ. 214 - 217:
LONTARI TO PERIBOLIA.
[...] (5 min.) A brook. The conic hill called Chelmo, or Chelmina, seen both from Megalopolis and Sparta, begins on l. More blocks. The continuation of the range of Mt. Cherasia, called Xerro Bouni, r. [...] (3 m.) A road to Tripolitza l.
(4΄) Cross a stream from r. and immediately after the Longanico Potamo, from the village of that name seen on the hill r. Both flow into the Alpheus, having been joined below the tumulus by a stream which seems to be derived from the lake between Francobrysse and Anemodaure. At the junction of the two streams are the indications of a temple.
(9΄) A brook. Stones l. (2΄) A Turkish tomb r. (2΄) A derveni. Pyrgo l. (3΄) Fount l. in a narrow glen. (8΄) A brook. (7΄) Agios Basili seen on a high part of Mt. Cherasia. (5΄) A summit. L.on a high hill, a church and tree. Xerro Bouni r.
(5΄) A tomb, or circular foundation. The vestiges of a city on a high table land, now Agrapoulo Campo. On this flat many stones and heaps, like tumuli. (25΄) A narrow valley, after a descent from this plain.
(2΄) R. of the road a beautiful source (Cephalo-brysso), with the foundations of a temple, and fragments of white marble. The source of the Ere river, or Eurotas (Pellane ?). Near the fount a ruined khan.
(7΄) After passing a church r. cross the river Platanata, which joining the stream Cephalobrisso, is called the Ere, or Eure. (11΄) Ascending, vestiges.
(5΄) Having descended into a plain, see l. Partali, on a hill. Houses l. Trupes.
(5΄) Fount, and walls. Poplars. A gate in the walls, which run up to a citadel rising in terraces r.
(2΄) Cross the other wall of the same city. Cross also a brook, and find a ruinous khan. The village of Peribolia, or Perivolia, is about a mile distant on r. should the khan be without a khangi, or keeper.
KHAN OF PERIBOLIA TO PAPIOTI.
(3΄) A river from r., and Xerro Bouno. Foundations of a temple r. R. village Alevrou, and a pyrgo (Kalitèa).
(5΄) Broken pottery, ruins, and a stream from r. (2΄) Stream, and vestiges.
(3΄) Farm-house (Demirgè, or Demire). (4΄) Gegore l. Cross a stream. L. a tumulus.
(11΄) A stream. Pass among little hills in the centre of the plain. (4΄) A river.
(2΄) Chorithitza village l. and a white house (Lai). (5΄) Stream, and poplars.
(11΄) Cross a great river from r. which unites with the Platanata and Cephalobrisso stream, and assists in forming the river Ere.
(8΄) Having entered a glen, and passed a torrent, see r. across the Ere two churches, on two conical hills (Agios Giorgios and A. Nicolo).
(12΄) Narrow glen of the Eurotas. On the l. bank walls of defence down to the water.
(16΄) Having passed several islands, and a mill, the glen opens into a valley, about a mile in breadth. Cross a stream and an ancient wall across the pass. (2΄) A great wall, and other vestiges. [...]
μετάβαση στο πρωτότυπο κείμενο
Μετάφραση
σερ Γουίλλιαμ Τζελλ, "Δρομολόγιο του Μοριά", μια περιγραφή των διαδρομών αυτής της χερσονήσου
Λονδίνο 1817, εκδ. Rodwell and Martin, σελ. 214 - 217:
Από το  ΛΕΟΝΤΑΡΙ ως τα ΠΕΡΙΒΟΛΙΑ
[...] (Στα 5 λεπτά) Ένα ρυάκι. Ο κωνικός λόφος που ονομάζεται Χελμός, ή Χελμίνα, που φαίνεταi ταυτόχρονα από την Mεγαλόπολη και την Σπάρτη, αρχίζει από αριστερά. Αρκετά εμπόδια. Η συνέχεια της κορυφής του όρους Κερασιά, που αποκαλείται Ξερό Βουνό, δεξιά. [...] (3') Ένας δρόμος για την Τριπολιτσά, αριστερά.
(Σε 4΄) Διασχίζουμε ένα ρέμα από δεξιά και αμέσως μετά ο ποταμός Λογκανίκος, από το χωριό με αυτό το όνομα φαίνεται στο λόφο δεξιά. Μαζί χύνονται στον Αλφειό, που είναι ενωμένος πιο κάτω από τον τύμβο με ένα ρέμα που φαίνεται να προέρχεται από την λίμνη ανάμεσα στην Φραγκόβρυση και την Ανεμοδαύρη. Στην ένωση των δύο ρεμάτων υπάρχουν ενδείξεις ενός [αρχαίου] ναού.
(9΄) Ένα ρυάκι. Πέτρες αριστερά. (2΄) Ένα τουρκικό μνήμα δεξιά. (2΄) Ένα δερβένι. Πύργος δεξιά. (3΄) Πηγή αριστερά σε μια στενή λαγκαδιά. (8΄) Ένα ρυάκι. (7΄) Ο Άγιος Βασίλης φαίνεται στο επάνω μέρος του όρους Κερασιά. (5΄) Μια κορυφή. Αριστερά, επάνω σε ψηλό λόφο, μια εκκλησία και ένα δένδρο. Το Ξεροβούνι δεξιά.
(5΄) Ένα μνήμα ή ένα κυκλικό θεμέλιο. Τα ίχνη μιας πόλης επάνω σε ένα υψηλό οροπέδιο, τώρα [λέγεται] Κάμπος Αγράπουλου [Αγραπιδόκαμπος]. Σε αυτό το επίπεδο πολλές πέτρες και σωροί, σαν τύμβος. (25΄) Μια στενή κοιλάδα, μετά μια κατηφόρα από αυτό το πεδίο.
(2΄) Δεξιά του δρόμου μια όμορφη πηγή (Κεφαλό-βρυσο), με τα θεμέλια ενός [αρχαίου] ναού, και θραύσματα λευκού μαρμάρου. Η πηγή του ποταμού Ίρη ή Ευρώτα (Πελλάνα ;). Κοντά στην πηγή ένα ερειπωμένο χάνι.
(7΄) Αφού περάσαμε μια εκκλησία δεξιά, διασχίσαμε το ποτάμι Πλατανάτα, που ενώνεται με το ρυάκι Κεφαλόβρυσο, λέγεται Ίρη ή Εύρη. (11΄) Κάθοδος, ερείπια.
(5΄) Έχουμε κατεβεί σε μια πεδιάδα, φαίνεται αριστερά το Παρδάλι, επάνω σε λόφο. Σπίτια αριστερά. Οι Τρούπες.
(5΄) Μια πηγή και τείχη. Λεύκες. Μια πύλη μέσα στα τείχη, που οδηγεί σε μια ακρόπολη που ανυψώνεται μέσα από πεζούλια δεξιά.
(2΄) Διασχίζουμε το άλλο τείχος της ίδιας πόλης. Διασχίζουμε επίσης ένα ρυάκι και βρίσκουμε ένα χαλασμένο χάνι. Το χωριό Περιμπόλια ή Περιβόλια, είναι περίπου ένα μίλι απόσταση στα δεξιά, το χάνι θα είναι χωρίς κάποιο χαντζή, ή αλλιώς φύλακα.
Από το ΧΑΝΙ ΠΕΡΙΒΟΛΙΩΝ ως το ΠΑΠΙΩΤΗ.
(3΄) Ένα ποτάμι από δεξιά και το Ξερό Βουνό.  Τα θεμέλια ενός [αρχαίου] ναού δεξιά. Αριστερά το χωριό Αλευρού και ένας πύργος (Καλλιθέα).
(5΄) Σπασμένα κεραμεικά, ερείπια και ένα ρέμα από δεξιά. (2΄) Ένα ρέμα και ερείπια.
(3΄) Αγροικία (Ντεμιργή ή Ντεμίρη) (4΄) {Γηγορη} αριστερά. Διασχίζουμε ένα ρέμα. Αριστερά ένας τύμβος.
(11΄) Ένα ρέμα. Περνάμε μέσα από μικρούς λόφους στο κέντρο της πεδιάδας. (4΄) Ένα ποτάμι.
(2΄) Το χωριό Χοριδίτζα [Κονιδίτσα] αριστερά και ένα λευκό σπίτι (Λάι). (5΄) Ένα ρέμα και λεύκες.
(11΄) Διασχίζουμε ένα μεγάλο ποτάμι από δεξιά που ενώνεται με τα ρυάκια Πλατανάτα και Κεφαλόβρυσο, και βοηθάει στον σχηματισμό του ποταμού Ίρη [Ευρώτα].
(8΄) Έχουμε εισέλθει σε μια λαγκαδιά, και έχουμε περάσει ένα χείμαρρο, βλέπουμε δεξιά απέναντι από τον Ίρη δύο εκκλησίες, επάνω σε δύο κωνικούς λόφους (Άγιος Γεώργιος και Άγιος Νικόλαος).
(12΄) Μια στενή λαγκαδιά του Ευρώτα. Στην αριστερή όχθη αμυντικά τείχη κάτω προς το νερό.
(16΄) Έχουμε περάσει μερικά νησάκια, και ένα μύλο, η λαγκαδιά ανοίγει προς μια κοιλάδα, περίπου ένα μίλι σε πλάτος. Διασχίζουμε ένα ρέμα και ένα αρχαίο τείχος απέναντι από την διάβαση. (2΄) Ένα μεγάλο τείχος και άλλα ερείπια. [...]

7. Ξένοι περιηγητές: Γουίλλιαμ Μάρτιν Ληκ.

 Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από έναν Άγγλο περιηγητή και αρχαιολόγο (γεννήθηκε το 1777 και απεβίωσε το 1860), ο οποίος ήταν αξιωματικός και παρέμεινε στην Ελλάδα κατά τα έτη 1804 - 1810 με κύριο στόχο τη μελέτη της αρχαίας τοπογραφίας, ενώ συγχρόνως εκτελούσε και μυστική αποστολή για λογαριασμό της βρετανικής κυβέρνησης. Οι εντυπώσεις από τις περιηγήσεις του εκδόθηκαν τμηματικά μεταξύ των ετών 1815 και 1857. 
 Το ακόλουθο κείμενο αναφέρεται στην περιήγηση που έκανε στα μέρη μας περίπου κατά το έτος 1806, κατά την οποία, όταν φθάνει στα Γεωργιτσιάνικα Καλύβια, θεωρεί λανθασμένα ότι εκεί βρισκόταν η αρχαία πόλη Αιγίς, αν και γνωρίζει ότι κάπου εκεί στην περιοχή υπήρχε και η αρχαία Πελλάνα.

William Martin Leake, “Travels in the Morea: with a map and plans”,
Λονδίνο 1830, τόμος 3, κεφ. 13, σελ 16-21:
  At 1.37 we move again: our road now enters an open country, varied with small hills, which are connected with the last slopes of the range of Xerovuni. We leave the river considerably on the right, flowing near the foot of the heights which inclose the valley to the eastward, and on the side of which, at 1.47, Konidhitza is two miles to the right, in direct distance. At 1.55, cross a large stream, flowing to the Eurotas from the mountain on the left. Here Demiro, a small village, is one mile and a half on the left, in the plain, and Kastri three miles distant in the same direction, on the side of the mountain. The tributary of the Eurotas descends from a rocky gorge, half way between Kastri and Ghiorghitza, which last is situated on the face of an advanced height of the range of Taygetum, in a very steep and lofty situation. The highest summit of this part of the range is called Korakolithi (Crow-stone), or Malevo, from the Slavonic Male, mountain.
  Ghiorghitza is a large Greek village, standing among many gardens and cultivated terraces. At the foot of the same height is situated Perivolia, inhabited by Turks, and about six Greek families; there is a mosk, and the houses are prettily dispersed amidst large groves of the mulberry and olive. Here we arrive at 2.15, having travelled half an hour after turning out of the direct road to the left. The passage of Mount Korakolithi is not difficult from the villages along its eastern face to those situated in the upper valleys of the river Nedon, which joins the sea at Kalamata. The best route in this season, and whenever there is snow, is from Kastania to Tzitzova, a distance of three hours : the former is situated behind Kastri, the latter is among olive woods, on the opposite slope of the mountain, three hours distant from Kalamata. Trypi, Bordhonia, and Kastritzi, Kastri, situated on the eastern face of Korakolithi, are all mentioned by Phranza, as having resisted and been taken by Mahomet the Second, in 1460, after he had occupied Mistra. He then proceeded against Londari and Gardhiki. The annexed is a sketch of the position of the villages on the Messenian side, which I made last year, from the description of my janissary Amus.
  March 27. At 8.30 we move from Perivolia through the mulberry grounds, with which the village is surrounded for a great distance, and proceed obliquely, to regain the main route. At 9.4, a little beyond a small kalyvia of Ghiorghitza, pass a fine Kefalo-vrysi, or source of water, issuing from the foot of the rocks, and running rapidly down towards the Eurotas, which is here called Iri. Behind this kalyvia there are some remains of the walls of a Hellenic city, probably those of Aegys. The entire valley I conceive to have formed the Laconic Tripolis, which bordered on the Megalopolitis (Liv.1.35.c.27-c Xenoph. Hellen. 1.6.c.5.), and of which one of the cities was Pellana (Polyb. 1.4.c.81.). The other two were probably Aegys and Belemina. We enter some low hills, among which are plantations of mulberry trees, belonging to Ghiorghitza. At 9.30 cross another tributary of the Eurotas. At 9.42 pass another copious Kefalo-vrysi, where are some ancient squared blocks, and a small piece of foundation in its place, on the edge of the spring; here are the ruins of a khan. We now begin to ascend some rocky heights, and, having attained the summit, cross a stony plain, and then pass over steep hills of no great height, covered with shrubs. The Eurotas is concealed at some distance to the right in a deep glen, between the two ranges of hills which before inclosed a broad valley, but are now separated only by the river. Those on the eastern side form, as I conceive, the district anciently called Sciritis. Kolina, which is situated among them, may be the site of Ium, or the town of the Iatae, mentioned by Xenophon. At 10.35, on a summit which rises from the right bank of the river, we arrive at a Dervenihouse in ruins, and descend into a narrow valley, watered by a stream from the mountains on our left, where, on the slope, in a situation similar to that of Ghiorghitza and Kastri, is Longaniko, another large Greek village. The part of the Taygetic range above it is well wooded with oak on the middle slopes, and with fir towards the summit. The lower parts are covered with plantations of the vine and mulberry, belonging to Longaniko and Petrina. We descend along the right bank of the aforesaid stream, and at 10.50 cross it a little above its junction with the Eurotas, which now flows along the western side of Mount Khelmos, in a small valley grown with mulberries, belonging to Longaniko. Below its junction with the Longaniko stream, the Eurotas turns to the southeast. In the gorge on the left bank of the river, on the foot of Khelmos, I see Ai Irini a metokhi of the monastery of Saint Nicholas, behind which, as I was informed at Tripolitza by Kyr Ianataki, who is a native of Ghiorghitza, there are some Hellenic ruins ; it is said also, that there are vestiges of a Hellenic fortress on the summit of Khelmos, probably part of the same ancient city. Though I cannot perceive any of these remains of antiquity, I have no doubt of the correctness of the information, or that the ruins are those of Belemina; the distance we have travelled from the remains of Pellana agreeing very well with the 100 stades which Pausanias places between the two towns.
Μετάφραση
Γουίλλιαμ Μάρτιν Ληκ, “Ταξίδια στον Μοριά: με χάρτη και σχέδια”, 
Λονδίνο 1830, τόμος 3, κεφ. 13, σελ 16-21:
 Στις 1.37΄ ξεκινάμε πάλι: ο δρόμος τώρα μας οδηγεί σε μια ανοικτή περιοχή, γεμάτη με μικρούς λόφους, που συνδέονται με τις τελευταίες πλαγιές της οροσειράς Ξεροβούνι. Αφήνουμε τον ποταμό αρκετά από τα δεξιά μας, ο οποίος ρέει κοντά στους πρόποδες των υψωμάτων που περικλείουν την κοιλάδα προς ανατολάς και προς την πλευρά στην οποία, στις 1.47΄, η Κονιδίτσα βρίσκεται δύο μίλια προς τα δεξιά, σε ευθεία απόσταση. Στις 1.55΄ συναντάμε ένα μεγάλο ρέμα που ρέει προς τον Ευρώτα από το βουνό στα αριστερά. Εδώ το Ντεμίρο, ένα μικρό χωριό, βρίσκεται ενάμιση μίλι στα αριστερά, στην πεδιάδα,  ενώ το Καστρί τρία μίλια μακριά στην ίδια κατεύθυνση, πάνω στην πλευρά του βουνού. Ο παραπόταμος του Ευρώτα κατεβαίνει από ένα βραχώδες φαράγγι, στο μισό δρόμο μεταξύ Καστριού και Γιωργίτζας, η οποία βρίσκεται πάνω στην πλευρά ενός μεγάλου υψώματος της οροσειράς του Ταϋγέτου, σε μια πολύ απότομη και ανυψωμένη τοποθεσία. Η υψηλότερη κορυφή αυτού του τμήματος της οροσειράς ονομάζεται Κορακολίθι ή Μαλεβό, από την σλαβική λέξη male, βουνό.  
 Η Γιωργίτζα είναι ένα μεγάλο ελληνικό χωριό, που βρίσκεται ανάμεσα σε πολλούς κήπους και καλλιεργημένα παρτέρια. Στους πρόποδες του ίδιου υψώματος βρίσκονται τα Περιβόλια, που κατοικούνται από Τούρκους, και περίπου έξι ελληνικές οικογένειες, υπάρχει ένα τζαμί και τα σπίτια είναι όμορφα διασκορπισμένα μέσα σε μεγάλες εκτάσεις με μουριές και ελιές. Εδώ φθάνουμε στις 2.15΄ έχοντας ταξιδέψει μισή ώρα, αφού στρίψαμε προς τα αριστερά έξω από την βασική οδό. Το πέρασμα από το όρος Κορακολίθι δεν είναι δύσκολο από τα χωριά που βρίσκονται κατά μήκος της ανατολικής όψης του προς εκείνα που βρίσκονται στις επάνω κοιλάδες του ποταμού Νέδωνα, ο οποίος εκβάλλει στη θάλασσα της Καλαμάτας. Η καλύτερη διαδρομή αυτήν την εποχή, και όποτε υπάρχει χιόνι, είναι από την Καστανιά στην Τζίτσοβα, μια απόσταση τριών ωρών: η πρώτη βρίσκεται πίσω από Καστρί, η άλλη βρίσκεται ανάμεσα σε ελαιώνες, στην αντίθετη πλευρά του βουνού, τρεις ώρες μακριά από την Καλαμάτα. Η Τρύπη, η Βορδώνια και το Καστρίτζι, ή Καστρί, βρίσκονται στην ανατολική πλευρά της κορυφής Κορακολίθι, αναφέρεται δε από τον Φρανζά ότι όλα αντιστάθηκαν και κυριεύτηκαν από τον Μωάμεθ Β΄, το 1460, αφού κατέλαβε πρώτα τον Μυστρά. Έπειτα προχώρησε ενάντια στο Λ[ε]οντάρι και το Γαρδίκι. Το σχεδιάγραμμα είναι ένα σκίτσο της θέσης των χωριών από την μεσσηνιακή πλευρά, που έφτιαξα πέρυσι, κατά την περιγραφή του γενίτσαρου Αμώς.  
 27 Μαρτίου. Στις 8.30΄ ξεκινάμε από τα Περιβόλια μέσα από εκτάσεις με μουριές, με τις οποίες περιβάλλεται χωριό για μεγάλη απόσταση, και προχωράμε πλαγίως, ώστε να επανέλθουμε στην βασική διαδρομή. Στις 9.04΄, λίγο πιο πέρα από το μικρό [χωριό] Καλύβια της Γιωργίτζας, περνάμε από μια ωραία Κεφαλο-βρύση, ή αλλιώς πηγή νερού, που αναβλύζει από τους πρόποδες των βράχων και κυλάει γρήγορα κάτω προς τον Ευρώτα, ο οποίος εδώ λέγεται Ίρις. Πίσω από αυτά τα καλύβια υπάρχουν μερικά ερείπια από τα τείχη μιας αρχαίας ελληνικής πόλης, πιθανόν αυτά της Αιγίδος. Ολόκληρη η κοιλάδα, φαντάζομαι, περιείχε την Λακωνική Τρίπολη, η οποία συνόρευε με τη Μεγαλόπολη, και της οποίας μία από τις πόλεις της ήταν η Πελλάνα. Οι άλλες δύο ήταν προφανώς η Αιγίς και η Βελεμίνα. Φθάνουμε σε κάτι χαμηλούς λόφους, μεταξύ των οποίων υπάρχουν εκτάσεις με μουριές, που ανήκουν στην Γιωργίτζα. Στις 9.30΄ διασχίζουμε άλλον ένα παραπόταμο του Ευρώτα. Στις 9.42΄ περνάμε άλλη μια Κεφαλο-βρύση με άφθονο νερό, όπου υπάρχουν μερικές αρχαίες τετράγωνες πέτρες και ένα μικρό τμήμα θεμελίων στη θέση του, στην άκρη της πηγής. Εδώ υπάρχουν τα ερείπια από ένα χάνι. Τώρα αρχίζουμε να ανεβαίνουμε μερικά βραχώδη υψώματα και, αφού φθάσαμε στην κορυφή, διασχίζουμε μια πετρώδη έκταση και περνάμε κατόπιν πάνω από απότομους λόφους όχι μεγάλου ύψους, που καλύπτονται από θάμνους. Ο Ευρώτας κρύβεται σε κάποια απόσταση από τα δεξιά μέσα σε μια βαθιά λαγκαδιά, ανάμεσα σε δύο σειρές λόφων, που πριν περιέκλειαν μια φαρδιά κοιλάδα, αλλά τώρα χωρίζονται μόνο από τον ποταμό. Εκείνοι στην ανατολική πλευρά σχηματίζουν, όπως φαντάζομαι, την περιοχή που ονομαζόταν στην αρχαιότητα Σκυρίτις. Η Κολλίνα, που βρίσκεται ανάμεσά τους, μπορεί να είναι η τοποθεσία του Ίου, ή της πόλης Ιάτα, που αναφέρεται από τον Ξενοφώντα. Στις 10.35΄, σε μια κορυφή που εμφανίζεται από την δεξιά όχθη του ποταμού, φτάνουμε στα ερείπια ενός φυλακίου (δερβενόσπιτου) και κατεβαίνουμε σε μια στενή κοιλάδα, που ποτίζεται από ένα ρέμα που έρχεται από τα βουνά στα αριστερά μας, όπου, πάνω σε μια πλαγιά, σε μια περιοχή παρόμοια με εκείνη της Γιωργίτζας και του Καστριού, βρίσκεται ο Λογκανίκος, ένα άλλο μεγάλο ελληνικό χωριό. Η περιοχή της οροσειράς του Ταΰγετου πάνω από αυτό είναι αρκετά δασωμένη με δρυς στις μεσαίες πλαγιές και με έλατα προς την κορυφή. Οι κατώτερες περιοχές καλύπτονται με φυτείες αμπελιών και μουριών, που ανήκουν στον Λογκανίκο και την Πετρίνα. Κατεβαίνουμε κατά μήκος της δεξιάς όχθης του ρέματος που είπαμε και στις 10.50΄ το διασχίζουμε λίγο πιο πάνω από την συμβολή του με τον Ευρώτα, ο οποίος τώρα ρέει κατά μήκος της δυτικής πλευράς του όρους Χελμός, σε μια μικρή κοιλάδα γεμάτη με μουριές που ανήκει στον Λογκανίκο. Πιο κάτω από την ένωσή του με το ρέμα του Λογκανίκου ο Ευρώτας στρίβει προς τα νοτιοανατολικά. Στο φαράγγι, στην αριστερή όχθη του ποταμού, πάνω στους πρόποδες του Χελμού, βλέπω την Αγία Ειρήνη, ένα μετόχι της μονής του Αγίου Νικολάου, πίσω από την οποία, όπως είχα ενημερωθεί σχετικά στην Τριπολιτζά από τον κυρ-Γιανατάκη, ο οποίος κατάγεται από την Γιωργίτζα, υπάρχουν μερικά αρχαιοελληνικά ερείπια. Λέγεται, επίσης, ότι υπάρχουν απομεινάρια από αρχαίο ελληνικό φρούριο στην κορυφή του Χελμού, πιθανόν είναι μέρος από την ίδια αρχαία πόλη. Αν και δεν μπορώ να διακρίνω οτιδήποτε από αυτά τα απομεινάρια της αρχαιότητας, δεν έχω καμία αμφιβολία για την ορθότητα των πληροφοριών ή ότι τα ερείπια είναι εκείνα της Βελεμίνας. Η απόσταση που έχουμε διανύσει από τα ερείπια της Πελλάνας συμφωνεί πολύ καλά με τα 100 στάδια που αναφέρει ο Παυσανίας μεταξύ των δύο πόλεων.

8. Ξένοι περιηγητές: Φρανσουά Πουκεβίλλ.

 Το κείμενο αυτό προέρχεται από έναν γνωστό Γάλλο φιλέλληνα (γεννήθηκε το 1770 και απεβίωσε το 1838), ο οποίος ήταν γιατρός, διπλωμάτης, ιστορικός και περιηγητής, ενώ έλαβε μέρος και στην επιστημονική αποστολή που ακολούθησε τον Ναπολέοντα στην εκστρατεία του στην Αίγυπτο. Σε κάποιο ταξίδι του συνελήφθη από Αλγερινούς πειρατές και φυλακίστηκε στην Τριπολιτσά και την Κων/πολη, όπου και απελευθερώθηκε αργότερα. Έπειτα υπήρξε διπλωματικός εκπρόσωπος της Γαλλίας στην αυλή του Αλή πασά στα Ιωάννινα, με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία. Στην Ελλάδα περιόδευσε σε μερικά σημεία μαζί με τον Άγγλο περιηγητή Leake που συναντήσαμε στο προηγούμενο άρθρο μας. Υπήρξε θερμός κήρυκας της Επανάστασης του 1821, ενώ χάρη στα κείμενά του επηρέασε θετικά πολλούς και σπουδαίους Ευρωπαίους ώστε να γίνουν φιλέλληνες!

François Pouqueville, "Voyage de la Grèce", τόμος 5, εκδ. Didot Paris 1827, σελ. 541-543:
 [...] Le mont Lycée forme, à cette distance, un nœud d'embranchement avec le Taygète, et on ne tarde pas à descendre au bord de la rivière de Longanikos, qui reçoit un ruisseau avant de se décharger dans l'Alphée. On découvre le hameau de Saint-Basile entre les ressauts du mont Kerasia, et celui de Longanikos, situé au fond d'une vallée cultivée, qui est le dernier des versants de l'Arcadie.
 En descendant pendant une demi-lieue du côté de la Laconie, on arrive à la source mère ( KéphaloVrissi) de l'Éri, Évré, ou Eurotas. Les restes d'un temple en marbre indiquent le voisinage de Pellane, ville dans laquelle se retira Tyndare, chassé de Sparte par Hippocoon. Pausanias ne dit rien de particulier au sujet de cette place, au-dessous de laquelle l'Eurotas reçoit la rivière de Platana. Le fleuve royal grossi du tribut de ses eaux forme aussitôt un cours rapide et profond, qu'on prolonge à peu de distance jusque par le travers de Partali et de Trypiae. Le premier de ces villages, situé à droite sur une montagne, n'a rien de particulier; mais Trypiae ou plutôt Kryptae, possède plusieurs caveaux, où l'on trouve des inscriptions funéraires. Il est probable qu'une enceinte murée et les restes d'une acropole où l'on voit une porte, sont les débris de Characome (Pausanias, lib. III, c. 21). On est à cette distance à cinq lieues de Leondari, et à quatre cents pas de Périvolia, ou village des jardins, station ordinaire des voyageurs qui tiennent cette route.
 Les environs de Périvolia sont arrosés par une rivière qui coule du Xérovouni. On trouve sur ses bords, entre le village d'Alevrou et la tour de Kallitea, les restes d'un temple; et on remarque au-dessus de son confluent un quai ou mur d'encaissement en polygone cyclopéen, qui sert à contenir lés eaux de l'Eurotas. Dans quinze minutes on arrive èn vue de la ferme de Demir et du hameau de Gégore en laissant un tumulus à main gauche. Aucun de ces tombeaux n'a été fouillé, et nulle contrée n'a jamais été aussi peu explorée que cette partie de la Laconie, où un voyageur qui pourrait faire des recherches serait dédommagé de ses peines par des découvertes importantes. A un quart de lieue de Gégore on aperçoit Corithitza; et à pareille distance on guée un ruisseau qui tombedans la Castanias, rivière tributaire de l'Eurotas. Les chapelles de Saint-Georges et de Saint-Nicolas, bâties sur deux éminences distinctes, enrichissent le paysage, ainsi qu'une foule de murs de défense qui garnissent les hauteurs environnantes à la manière de nos gentilhommières. [...]
μετάβαση στο πρωτότυπο κείμενο
Μετάφραση
Φρανσουά Πουκεβίλλ, "Ταξίδι στην Ελλάδα", τόμος 5, εκδ. Didot Paris 1827, σελ. 541-543:
 [...] Το όρος Λύκαιο σχηματίζει, στην απόσταση αυτή, έναν κόμβο διακλάδωσης με τον Ταΰγετο, και σύντομα κατεβαίνει στις όχθες του ποταμού Λογκανίκος, που δέχεται ένα ρεύμα νερού πριν κατευθυνθεί προς τον Αλφειού. Ανακαλύπτουμε τον οικισμό του Αγίου Βασιλείου ανάμεσα στις προεξοχές του βουνού Κερασιά, και αυτόν του Λογκανίκου, που βρίσκεται στο κάτω μέρος μιας καλλιεργημένης κοιλάδας, η οποία είναι η τελευταία από τις πλαγιές της Αρκαδίας.
 Κατεβαίνουμε για μισό μίλι από την πλευρά της Λακωνίας, φθάνουμε σε μια μάνα-πηγή (Κεφαλόβρυση) του Ίρη, Εύρη, ή Ευρώτα. Τα ερείπια ενός ναού από μάρμαρο υποδεικνύουν την περιοχή της Πελλάνας, πόλης στην οποία αποσύρθηκε ο Τυνδάρεως, κυνηγημένος από τη Σπάρτη από τον Ιπποκόωντα. Ο Παυσανίας δεν λέει τίποτα ειδικό σχετικά με αυτό το μέρος, κάτω από το οποίο ο Ευρώτας δέχεται τον ποταμό της Πλατάνας. Ο ποταμός φουσκωμένος από τον όγκο του νερού του σχηματίζει αμέσως ένα ρεύμα ταχύ και βαθύ, που εκτείνεται σε μικρή απόσταση μέχρι το πλάτος του Παρδαλιού και του [χωριού] Τρύπιες. Το πρώτο από αυτά τα χωριά, που βρίσκεται δεξιά επάνω σε ένα βουνό, δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά οι Τρύπιες ή μάλλον Κρύπτες, έχει πολλές σπηλιές, όπου υπάρχουν επιτύμβιες επιγραφές. Είναι πιθανόν ότι ένα εντοιχισμένο περίβλημα και τα ερείπια μιας ακρόπολης, όπου βλέπουμε μια πύλη, είναι τα απομεινάρια από το Χαράκωμα (Παυσανίας, βιβλ. ΙΙΙ, κ. 21). Βρίσκεται σε αυτή την απόσταση των πέντε μιλίων από το Λεοντάρι, και των τετρακοσίων μέτρων από τα Περιβόλια, ένα χωριό με κήπους, τακτικός σταθμός για τους ταξιδιώτες που ακολουθούν αυτή την διαδρομή.
 Τα περίχωρα των Περιβολίων ποτίζονται από ένα ποτάμι που ρέει από το Ξεροβούνι. Στις όχθες του, μεταξύ του χωριού Αλευρού και του πύργου της Καλλιθέας, βρίσκονται τα ερείπια ενός ναού, και παρατηρούμε πιο πάνω από την συμβολή του μια αποβάθρα ή τείχος αποταμίευσης σε κυκλώπειο πολύγωνο, που χρησιμοποιείται για να συγκρατεί τα νερά του Ευρώτα. Σε δεκαπέντε λεπτά βλέπουμε το αγρόκτημα του Ντεμίρ[ου] και τον οικισμό Γεγόρη (;) αφήνοντας έναν τύμβο στα αριστερά. Κανένας από αυτούς τους τάφους δεν έχει ανασκαφεί, και καμία περιοχή δεν ήταν ποτέ τόσο λίγο εξερευνημένη όσο αυτό το τμήμα της Λακωνίας, όπου ένα ταξιδιώτης που θα έκανε έρευνες, θα μπορούσε να αποζημιωθεί για τον κόπο του από τις μεγάλες ανακαλύψεις. Σε ένα τέταρτο του μιλίου από το Γέγορη εμφανίζεται η Κονιδίτζα, και σε ίδια απόσταση σε ένα πέρασμα (είναι) ένα ρυάκι που χύνεται στον Καστανιά, παραπόταμο του Ευρώτα. Τα ξωκλήσια του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου-Νικολάου, χτισμένα σε δύο χωριστές κορυφές, εμπλουτίζουν το τοπίο, όπως και μια σειρά από αμυντικά τείχη που στολίζουν τους γύρω λόφους παρόμοια με τα δικά μας αρχοντόσπιτα. [...]

9. Ξένοι περιηγητές: Τζον Χάρτλεϋ.

 Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από έναν Άγγλο κληρικό, του οποίου το ονοματεπώνυμο συνοδεύεται στο έργο του από την φράση "ιεραπόστολος στην Μεσόγειο". Περιόδευσε στα μέρη μας κατά την διάρκεια της Επανάστασης του 1821 και πιο συγκεκριμένα την εποχή που ο Ιμπραήμ Πασάς κατέστρεφε τα πάντα στο πέρασμά του από την Πελοπόννησο. 

John Hartley, “Researches in Greece and the Levant”, Λονδίνο 1831, σελ. 347-8:
LEONDARI.
 April 9, 1828. The Bishop, at parting, requested me to write to him. At eight o'clock, started for Leondari. After reaching the Eurotas, we proceeded, for a considerable distance, along its banks: it is beautifully fringed with the Platanus, with poplars, and other trees: villages appear to the left, on the declivities of the mountains. We left the Eurotas at the Village of Georgitza. Here we were overtaken by a very heavy rain, which we were obliged to bear patiently for more than an hour. At length we reached the Mill of Logara, where we found shelter for the night. The Village of Longanico is an hour distant. In the mill, I met with a Caloyer from the Monastery of St. George, which is four hours distant, on the mountains. He could not read; but I sent some Tracts by him to the Hegoumenos. He told us, that the other day a wolf in the neighbourhood had destroyed eighteen sheep. Oh ! that there had been no wolves of another and a worse description in these countries! […] At Leondari we find the same desolation which everywhere else marks the steps of Ibrahim Pasha. A few houses have lately been rendered tenantable. I observed several ancient and almost ruined Churches, resembling those near the Castle of Mistra: one of them served as a Mosque before the Revolution: now, again, it has become a Christian Temple.
μετάβαση στο πρωτότυπο κείμενο
Μετάφραση
Τζον Χάρτλεϋ, Αναζητήσεις στην Ελλάδα και την Ανατολή, Λονδίνο 1831, σελ. 347-8:
ΛΕΟΝΤΑΡΙ.
 9 Απριλίου 1828. Ο επίσκοπος μου ζήτησε, ιδιαιτέρως, να γράψω σε αυτόν. Στις οχτώ η ώρα ξεκινήσαμε για το Λεοντάρι. Αφού φθάσαμε στον Ευρώτα, προχωρήσαμε, για μια σημαντική απόσταση, κατά μήκος της όχθης: έχει όμορφες δενδροστοιχίες με πλατάνια, με λεύκες και άλλα δένδρα: χωριά εμφανίζονται στα αριστερά, στις πλαγιές των βουνών. Αφήσαμε τον Ευρώτα στο χωριό Γιωργίτζα. Εδώ μας πρόλαβε μια πολύ βαριά βροχή, την οποία ήμασταν υποχρεωμένοι να περιμένουμε υπομονετικά για περισσότερο από μία ώρα. Φθάσαμε κατά μήκος στον Μύλο του Λογαρά, όπου βρήκαμε καταφύγιο για την νύχτα. Το χωριό Λογκανίκος είναι μια ώρα απόσταση. Στον μύλο συναντήθηκα με έναν καλόγερο από την μονή του Αγίου Γεωργίου, που είναι τέσσερις ώρες μακριά, πάνω στα βουνά. Αυτός δεν ήξερε να διαβάζει, αλλά έστειλα μερικά κείμενα μέσω αυτού στον ηγούμενο. Μας είπε ότι την προηγούμενη ημέρα ένας λύκος στη γειτονιά είχε κατασπαράξει δεκαοκτώ πρόβατα. Ω! Δεν έχει υπάρξει καμία άλλη χειρότερη περιγραφή για λύκους σε αυτές τις περιοχές! […] Στο Λεοντάρι βρήκαμε την ίδια ερήμωση που αφήνουν παντού τα βήματα του Ιμπραήμ Πασά. Ελάχιστα σπίτια έχουν πρόσφατα παραμείνει κατοικήσιμα. Παρατήρησα μερικές αρχαίες και σχεδόν ερειπωμένες εκκλησίες, που μοιάζουν με εκείνες κοντά στο κάστρο του Μυστρά: μία από αυτές χρησίμευσε ως τζαμί πριν την επανάσταση, τώρα έγινε ξανά χριστιανικός ναός.

10. Ξένοι περιηγητές: Ρούφους Άντερσον.

 
 Στο κείμενο αυτό, που προέρχεται από έναν Αμερικανό περιηγητή και ιεραπόστολο (γεννήθηκε το 1796 και απεβίωσε το 1880), αναφέρεται μεταξύ των άλλων χωριών του  Ταϋγέτου και η Κοτίτσα (www.logkanikos.gr), ένας παλαιότερος οικισμός στον Λογκανίκο. Η Κοτίτσα έχει, μάλιστα, τραγουδηθεί και από την λαϊκή μούσα, όπως μας μαρτυράει το εξής δημοτικό τραγούδι: "Κάτσε Μυστρά στη μόστρα σου, Γεωργίτσι στην αντρειά σου, και εσύ Κοτίτσα ξακουστή, κάτσε στην αρχοντιά σου..." (georgitsi.blogspot.com)


Rufus Anderson, "Observations upon the Peloponnesus and Greek islands, made in 1829", 
εκδ. Crocker and Brewster, Βοστώνη, 1930, σ. 128-130:
 This valley is at first undulating, and partially cultivated with vines and grain, but farther on it is broken up into every variety of hill and hillock, dell and dale. An hour or more from Leontari is the highest ground between the plain of Megalopolis and the valley of the Eurotas, and somewhere in this vicinity we conjecture the line to be, which separates the provinces of Arcadia and Laconia.
 The country continues to be sprinkled with oaks, and to retain a pastoral aspect, and the descent is very gradual for some time among broken hills. Then, entering a ravine, the day following our arrival at Leontari, we were conducted into a narrow, winding, cultivated valley an hour long. The village of Cyparissos lay on the right, and above it a rugged mountain rose suddenly to a great elevation - the commencement of the highest range of the Taygetus. Crossing a branch of the Eurotas called Cotitsa, passing through a cluster of barren hills, traversing a more regular surface moistened by springs and partially cultivated, and descending into a narrow valley, we found, after dark, the fountain for which we had been looking. It was the valley of Sparta, and the fountain is reputed to be the head-waters of the Eurotas. The stream is less than issues from the fountains of the Erasinus and the Pamisus, but is considerable, and hewn stones lying around mark, perhaps, the site of a fane anciently dedicated to the presiding genius. The waters pass off in two little streams through a pretty orchard of mulberry trees. Here, beneath the shade of the trees, between the two little streams, remote from human dwellings, and in solitude, we spent the Sabbath day. Delightful retirement - and the more highly prized because it was in perfect contrast to our situation at Navarino on the previous Sabbath. Truly it was good to be there. The benevolence of our Lord Jesus led him to suffer the people among whom he travelled to make large demands upon his time, and his sinless nature could maintain its spiritual fervor without retirement. Still he ascended mountains and went into desert places in search of it, and often, we may suppose, pillowed his sacred head on the cold ground, rather than forego the satisfaction afforded by solitary reflection and prayer. The fountain of the Eurotas possesses classical associations which make it interesting; but with me it has associations of a higher order, that will cause me long to remember it with heartfelt pleasure.
 The sun had not gilded the summits of the Taygetus on Monday morning, when we resumed our journey. We soon entered an extensive plain, washed by the Eurotas on the east, and irrigated by a number of rivulets from the mountains. In one part the plain extends to the Taygetus, along the base of which appear Georgitsi, Alevrou, Castania, Castri, Bordonia, and Longistro, all Greek villages, and only part of them burnt. The plain is fertile, and pretty well cultivated, especially with grain and with the mulberry. The mulberry trees, being designed for silkworms, are not allowed to branch out in the natural manner and bear fruit, but are kept closely trimmed; the branch, when the leaves are to be stripped from it, being cut off, and new ones permitted to grow the following year.
μετάβαση στο πρωτότυπο κείμενο
Μετάφραση
Ρούφους Άντερσον, "Παρατηρήσεις σχετικά με την Πελοπόννησο και τα ελληνικά νησιά, που έγιναν το 1829", 
εκδ. Crocker and Brewster, Βοστώνη, 1930, σ. 128-130:
 Αυτή η κοιλάδα είναι εκ πρώτης όψεως κυματιστή, και εν μέρει καλλιεργημένη με αμπέλια και σιτηρά, αλλά μακρύτερα από εκεί χωρίζεται σε κάθε ποικιλία λόφων και υψωμάτων, Dell και κοιλάδας. Μια ώρα ή περισσότερο από το Λεοντάρι είναι το υψηλότερο σημείο ανάμεσα στον κάμπο της Μεγαλόπολης και την κοιλάδα του Ευρώτα, και κάπου σε αυτή την περιοχή υποθέτουμε ότι είναι η γραμμή, που χωρίζει τις επαρχίες της Αρκαδίας και της Λακωνίας.
 Η περιοχή συνεχίζει να είναι διάσπαρτη από βελανιδιές, και να διατηρεί μια ποιμενική εικόνα, ενώ η κάθοδος είναι πολύ κατηφορική για κάποιο χρονικό διάστημα ανάμεσα σε κομμένους λόφους. Έπειτα, εισερχόμενοι σε μια ρεματιά, την επόμενη ημέρα από την άφιξή μας στο Λεοντάρι, οδηγηθήκαμε σε μια στενή, στριφογυριστή, καλλιεργημένη κοιλάδα μια ώρα απόσταση. Το χωριό Κυπάρισσος εκτείνεται δεξιά, και πάνω από αυτό ένα τραχύ βουνό υψώνεται ξαφνικά σε μεγάλο υψόμετρο - η έναρξη της ανώτατης κλίμακας του Ταϋγέτου. Διασχίζοντας ένα κλάδο του Ευρώτα που ονομάζεται Κοτίτσα, περνώντας μέσα από ένα σύμπλεγμα από άγονους λόφους, διασχίζοντας μια πιο κανονική επιφάνεια νοτισμένη από πηγές και εν μέρει καλλιεργημένη, και κατεβαίνοντας σε μια στενή κοιλάδα, βρήκαμε, μετά από την νύχτα, την πηγή την οποία αναζητούσαμε. Ήταν η κοιλάδα της Σπάρτης, και η κρήνη έχει την φήμη ότι είναι η κεφαλό-βρυση του Ευρώτα. Το ρυάκι είναι μικρότερο από αυτά που βγαίνουν από τις πηγές του Ερασινού και του Πάμισου, αλλά είναι σημαντικό, και οι πελεκημένες πέτρες που βρίσκονται γύρω υποδεικνύουν, πιθανώς, την περιοχή ενός ναού αφιερωμένου κατά την αρχαιότητα σε μια κυρίαρχη ιδιοφυΐα. Τα νερά εξέρχονται από δύο μικρά ρέματα διαμέσου ενός όμορφου περιβολιού με μουριές. Εδώ, κάτω από τον ίσκιο των δέντρων, ανάμεσα σε δύο μικρά ρυάκια, απομακρυσμένοι από τις ανθρώπινες κατοικίες, και μες στην μοναξιά, περάσαμε την ημέρα του Σαββάτου. Θαυμάσια ανάπαυλα - και πάρα πολύ εξαιρετική επειδή ήταν σε τέλεια αντίθεση με την κατάστασή μας στο Ναυαρίνο το προηγούμενο Σάββατο. Πραγματικά ήταν ευχάριστο να είσαι εκεί. Η φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Τον οδήγησε να υπομένει ανθρώπους μαζί με τους οποίους ταξίδεψε για να εκπληρώσει μεγάλες απαιτήσεις για την εποχή Του, και η χωρίς αμαρτία φύση Του θα μπορούσε να διατηρήσει την πνευματική θέρμη Του χωρίς ανάπαυση. Ακόμη ανέβηκε βουνά και πήγε σε μέρη της ερήμου για αναζήτηση, και συχνά, μπορούμε να υποθέσουμε, έχοντας ως μαξιλάρι στο ιερό κεφάλι Του το κρύο έδαφος, αντί να παραιτηθεί από την ικανοποίηση που παρέχει η μοναχική περισυλλογή και προσευχή. Η πηγή του Ευρώτα κατέχει κλασική θέση που την καθιστά ενδιαφέρουσα, αλλά για μένα έχει την ανώτερη θέση, πράγμα που θα μου προκαλεί επιθυμία να την θυμάμαι με ειλικρινή ευχαρίστηση.
 
Το πρωί της Δευτέρας ο ήλιος δεν είχε χρυσώσει [ακόμη] τις κορυφές του Ταϋγέτου, όταν συνεχίσαμε το ταξίδι μας. Εισήλθαμε σύντομα σε μια εκτεταμένη πεδιάδα, που βρέχεται από τον Ευρώτα στην ανατολή, και αρδεύεται από μια σειρά ρυάκια από τα βουνά. Στο ένα μέρος η πεδιάδα εκτείνεται προς τον Ταΰγετο, κατά μήκος της βάσης του οποίου φαίνονται το Γεωργίτσι, η Αλευρού, η Καστανιά, το Καστρί, η Βορδώνια και Λογγίστρο [Λογγάστρα], όλα ελληνικά χωριά, και μόνο ένα μέρος από αυτά είναι καμμένα [από τον Ιμπραήμ]. Η πεδιάδα είναι εύφορη, και πολύ καλά καλλιεργημένη, κυρίως με σιτηρά και με μουριές. Οι μουριές, που προορίζονται για τους μεταξοσκώληκες, δεν επιτρέπεται να απλώσουν κλαδιά με το φυσικό τρόπο και να καρποφορήσουν, αλλά διατηρούνται αρκετά κλαδεμένες, τα κλαδιά, όταν τα φύλλα πρέπει να αφαιρούνται από αυτό, αποκόπτονται, και αφήνονται να αναπτυχθούν καινούρια για το επόμενο έτος.

11. Η Β. Λακωνία σε κείμενα ξένων περιηγητών.

"The history of modern Greece: with a view of the geography, antiquities and present condition
of that country”, εκδ. Nathan Hale (από την αγγλική έκδοση), Βοστώνη 1833, σελ. 239-240:
 On the side of the Xerro Bouno, or the Dry Mountain, we observed the large village of Longanico, and crossed the river of the same name, at its junction with another stream, near the foundations of a temple.
 On an ugly ascent from this spot, we found a derveni, or guard-house, to protect die road; […]
 At the top of this ascent, we found a large flat table-land, spotted with heaps of stone and stunted wild pear-trees, where we thought we observed the vestiges of a city. Our guides called it Agrapulo Campo, which might be either a corruption from wild pear-trees, or the acropolis of an ancient city. On the descent from this, is the source which might have occasioned the selection of the spot for habitation. It is now known by no distinguishing appellation; for that of Cephalo-brysso, which it bears, is common to any other natural fountain. Here, however, we found the foundations of a temple and other fragments of white marble, and were soon convinced that it was the real fountain of the Eurotas in the valley of Sparta, whether it derived or not its original source from the same mountain with the Alpheus, and sunk in the lake below Anemodouri. The city was probably that called Pellane. The water is clear and excellent, and gushes out of the rock in a considerable stream. A khan now in ruins, has once existed near the spot, founded by some pious Turk, who probably left no money to support it, or did not foresee that no khangi could be found to remain in it in times of turbulence, or the prevalence of banditti. A little below the source, the stream joins a river called Platanata, and then assumes the classic name of Ere or Eurotas. After passing two little villages on the left, Partali and Trupes, we came to a fountain with a shade of poplars, now in early leaf; and on the right, after passing the foundations of walls, we observed the ruins of a citadel, rising in terraces that forcibly recalled to our recollections, the town of Characomae, or the Bastions, the ruins which were to be expected in this district. Here we found another khan, which was at that moment tenanted ; but it being only two o'clock, the evening fine, and the place not offering any particular object of curiosity, while we were impatient to arrive at Sparta, we proceeded on our journey, which we had on that day commenced at nine. On the hill, about a mile on the right, is the large village of Periboglia, a name implying a wall or peribolus, and from that circumstance now used more than κήπος for a garden. Possibly, it might originally have some connection with the neighbouring ruins of Characomae.
 We had not proceeded far, when, on crossing a river, we observed the foundations of a temple on the right, and, in the same direction, the villages of Alevron and Alitea. The traces of the ancient inhabitants seemed now to multiply, and the country to become at the present day more populous. The river which rolled on our left, now entered among the little hills, which seemed to impede its further passage. On the left, we saw the village Chorithitza, and a white house called Lai, a name which had a sort of Lacedaemonian sound.  
μετάβαση στο πρωτότυπο κείμενο (σ. 239)
Μετάφραση
"Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας: με αντικείμενο την γεωγραφία, τις αρχαιότητες και την παρούσα κατάσταση 
αυτής της χώρας ”, εκδ. Nathan Hale (από την αγγλική έκδοση), Βοστώνη 1833, σελ. 239-240:
 Πάνω στην πλαγιά του Ξερού Βουνού παρατηρήσαμε το μεγάλο χωριό Λογκανίκος και διασχίσαμε το ποτάμι με το ίδιο όνομα, στην συμβολή του με ένα άλλο ρέμα, κοντά στα θεμέλια ενός ναού.
 Σε μια άσχημη ανηφοριά από αυτό το σημείο βρήκαμε ένα δερβένι, φυλάκιο, για να προστατεύει από τον κίνδυνο του δρόμου. […]
 Στην κορυφή αυτής της ανάβαση, βρήκαμε μια μεγάλη επίπεδη σαν τραπέζι περιοχή, κατάστικτη με σωρούς από πέτρα και κατσιασμένες αγριαχλαδιές, όπου πιστεύσαμε ότι διαπιστώσαμε τα απομεινάρια μιας πόλης. Οι οδηγοί μας τον ονόμασαν Αγραπιδόκαμπο, λέξη που θα μπορούσε να είναι είτε παραφθορά του αγριαχλαδιά ή η ακρόπολη μιας αρχαίας πόλης. Κατά την κάθοδο από αυτό το μέρος είναι μια πηγή, που θα μπορούσε να υπάρξει ευκαιριακά ως επιλογή για τόπο εγκατάστασης. Δεν είναι τώρα γνωστή από καμία διακριτική ονομασία, αλλά ως Κεφαλόβρυσο, που ονομάζεται, είναι κοινή ονομασία για οποιαδήποτε άλλη φυσική πηγή νερού. Εδώ, ωστόσο, βρήκαμε τα θεμέλια ενός ναού και άλλα θραύσματα από λευκό μάρμαρο και σύντομα ήμασταν πεπεισμένοι ότι ήταν η πραγματική πηγή του Ευρώτα στην κοιλάδα της Σπάρτης, είτε αυτή έχει είτε όχι την αρχική της εστία από το ίδιο όρος με τον Αλφειό και βυθίζεται στη λίμνη κάτω από το Ανεμοδούρι. Η πόλη ήταν πιθανόν αυτή που ονομαζόταν Πελλάνα. Το νερό είναι καθαρό και εξαίσιο και χύνεται έξω από το βράχο μέσα σε ένα αξιοπρόσεκτο ρυάκι. Ένα χάνι, που τώρα είναι ερείπιο, υπήρχε κάποτε κοντά στο σημείο, που ιδρύθηκε από μερικούς ευσεβείς Τούρκους, που πιθανώς δεν τους έμειναν χρήματα για να το επισκευάσουν ή δεν προέβλεψαν ότι κανένας χατζής δεν θα μπορούσε να παραμείνει σε αυτό σε καιρούς αναταραχής ή της επικράτησης των «κλεφτών». Λίγο πιο κάτω από την πηγή το ρυάκι ενώνεται με ένα ποτάμι που λέγεται Πλατανάτα και έπειτα αποκτάει το κλασικό όνομα Ίρις ή Ευρώτας. Μετά τη διέλευση από δύο μικρά χωριά στα αριστερά, το Παρδάλι και τις Τρούπες, φθάσαμε σε μια πηγή που είχε ίσκιο από λεύκες, με πρώιμα φύλλα, και στα δεξιά, μετά τη διέλευση από τα θεμέλια τειχών, παρατηρήσαμε τα ερείπια μιας ακρόπολης, που εμφανίστηκε με αναβαθμίδες που μας υπενθύμισαν αναγκαστικά την πόλη Χαράκωμα, δηλ. προμαχώνας, τα ερείπια του οποίου ήταν αναμενόμενα σε αυτή την περιοχή. Εδώ βρήκαμε ένα άλλο χάνι, το οποίο ήταν αυτή την στιγμή διαθέσιμο, αλλά ήταν μόνο δύο η ώρα, το απόγευμα υπέροχο και το μέρος δεν προσφερόταν για κάποιο συγκεκριμένο θέμα αναζήτησης, ενώ εμείς ήμασταν ανυπόμονοι να φθάσουμε στην Σπάρτη και συνεχίσαμε το ταξίδι μας, το οποίο αρχίσαμε εκείνη την ημέρα στις εννέα. Στο λόφο, περίπου ένα μίλι στα δεξιά, είναι το μεγάλο χωριό Περιβόλια, ένα όνομα που υποδηλώνει τοίχο ή περίβολο, αλλά σε αυτή την περίπτωση χρησιμοποιείται τώρα περισσότερο με την έννοια κήπος. Ενδεχομένως, αρχικά αυτό ενδέχεται να έχει κάποια σχέση με τα γειτονικά ερείπια του Χαρακώματος.
 Δεν είχαμε προχωρήσει αρκετά, όταν κατά τη διέλευση ενός ποταμού, παρατηρήσαμε τα θεμέλια ενός ναού στα δεξιά και στην ίδια κατεύθυνση τα χωριά Αλευρού και Αλιτέα. Τα ίχνη των αρχαίων κατοίκων φαίνονταν τώρα να πολλαπλασιάζονται και η χώρα να γίνεται στην παρούσα ημέρα πιο πυκνοκατοικημένη. Ο ποταμός, που κυλούσε στα αριστερά μας, περνούσε τώρα ανάμεσα σε μικρούς λόφους, που φαίνονταν να εμποδίζουν την περαιτέρω διαδρομή του. Στα αριστερά είδαμε το χωριό Κονιδίτζα και ένα λευκό σπίτι που ονομάζεται Λάι, ένα όνομα που είχε ένα είδος λακωνικής ετυμολογίας.

12. Η Β. Λακωνία σε κείμενα ξένων περιηγητών.

Το  κείμενο αυτό υπάρχει σε δύο γαλλικές εκδόσεις και αναφέρεται στην περιοχή μας και τα χωριά της βόρειας Λακωνίας. Όσο για την αρχαία Πελλάνα τοποθετείται λανθασμένα, όπως και από άλλους ξένους συγγραφείς της εποχής, κοντά στους δύο λόφους που υπάρχουν προς τον κάμπο της Κονιδίτσας.

"Expédition scientifique de Morée, ordonnee par le gouvernement français", 
εκδ. Didot frères, Παρίσι 1833, σελ. 57-58,
Ferdinand Aldenhoven, "Itineraire descriptif de l'Attique et du Péloponèse: avec cartes et plans topographiques", εκδ. De l’ imprimerie de l’ ami du peuple, Athènes 1841, σελ. 314-315:
Rue de Léontari a la source de l’Eurotas. 
 […] La vue se porte alors, d'un côté, sur le mont Kérasia, au-dessous duquel est le village de Ciparissia; et de l'autre, sur les restes d'une ville antique, dont l'enceinte, presque entièrement détruite, couronne la cime très-élevée du mont Chelmos. On y trouve des assises de constructions irrégulières, sur lesquelles sont les murs d'une fortification vénitienne du moyen âge. On arrive ensuite dans une plaine entourée de montagnes boisées et traversée par un ruisseau que bordent de grands peupliers : elle est cultivée et plantée de mûriers et d'oliviers. A gauche, près de la rivière Longaniko, est un tumulus, puis un ruisseau, sur le bord duquel se voit un tombeau turc; et plus loin, Zacaria Derveni, pirgo, dans une gorge étroite. Après avoir monté à travers des collines arrondies et couvertes de lentisques, de myrtes et de lauriers roses, on arrive sur un plateau appelé Agrapido Campo, où sont les vestiges d'une ville. Quantité de débris s'offrent aux regards : des pierres sont amoncelées en forme de tumulus, et cependant ces ruines ne paraissent pas être des restes de constructions antiques. Enfin, lorsqu'on est descendu de ce plateau, on entre dans une vallée où se trouve une source abondante appelée Κéphalo-Vrissi: c'est celle qui forme la rivière Éré, anciennement l'Eurotas. Cette source est au pied d'une montagne dont le caractère est assez remarquable. La route passé sur un quartier de rocher au pied duquel surgissent paisiblement les eaux limpides du fleuve. A côté, sont quelques pierres d'une construction antique, dont deux seulement sont en place; rien n'indique à quel monument ces pierres pouvaient appartenir.
Route de la source de l’Eurotas a Mistra. 
 En prenant la route au sud-est, on trouve le hameau de Géorgitsi: à gauche, sur un plateau, sont les restes d'une fortification moderne; à droite s'étend la chaîne du Taygète; à l'est, le mont Ménélaïon, et au milieu, une plaine qui se termine au golfe de Laconie. Tout ce paysage, presque entièrement dépourvu d'arbres, est d'un aspect sévère, et remplit l'âme d'une sorte de tristesse. Mais on arrive bientôt à une autre plaine cultivée et plantée de mûriers, en sortant de laquelle il faut traverser un ruisseau; à droite se trouve le village de Périvolia, et au-dessus, le bourg de Kastania. Quand on est parvenu au bord de l'Eurotas, il faut longer son cours dans une gorge assez resserrée, au milieu de rochers couverts de platanes, de lentisques, de térébinthes et de lauriers roses. Les lauriers étaient en fleurs lors de notre excursion, le 3 juillet, et répandaient une odeur des plus suaves. Sur le chemin, sont plusieurs parties de route pavée, des plantations de mûriers, et une ruine d'aqueduc construit en blocage fait avec des cailloux du fleuve. Toutes ces vallées qui se succèdent sont environnées de petites montagnes couvertes de verdure, mais sans aucun arbre, tandis que dans le bas, au contraire, les champs sont cultivés, couverts de mûriers, et coupés par des bosquets de myrtes, de lentisques, de térébinthes et de lauriers roses; on voit la berge de la rive gauche formée par un mur cyclopean, le seul de cette nature existant dans l’ intérieur de la Laconie. Un magnifique Kephalovrysi sort près delà du pied de collines, et se jette dans l’ Euròtas. C’ est ici qu’ il faut placer Pellàna (η Πελλάνα) au pied de deux collines surmontées de chapelles où dut ètre l’ ancient emplacement de l’ Acropole. Sur la rive gauche, on trouve la plaine de Koniditsa, avec un Kephalovrysi plus puissant encore que ceux que nous venons de nommer: les habitans prétendent qu’ il vient du lac situé dans la plaine de Tripolitsà  entre Pallantium et Tegée. […] 
Distance de Léontari a la source de l’Eurotas. […] 
 A 36 m., à gauche, dans la vallée, un tumulus en terre, et la rivière Longaniko. A 16 m., un tombeau turc; à gauche, Zacaria Derveni, pirgo. A 38 m., Agrapido Campo. A 26 m., Képhalo-Vrissi (source de l'Eurotas). Distance totale, 5 heures 4 minutes. 
Distance de la source de l’Eurotas a Mistra. 
 A 41 minutes, le hameau de Géorgitsi. A 47 m., un ruisseau. Le village de Périvolia. A 4l m., l'Eurotas. A 19m., un torrent. A 5 m., ruine d'un aqueduc. A 4 m., source. A 11 m., une fontaine. A 40 m., on traverse une rivière sur un pont. A 12 m., on entre dans la montagne. A 12 m., on trouve la route de Tripolitza. [...]
Μετάφραση
"Επιστημονική παρουσίαση του Μοριά, παρηγγελμένη από την γαλλική κυβέρνηση", 
εκδ. Didot frères, Παρίσι 1833, σελ. 57-58,
Φερδινάνδος Αλντενχόφεν, "Δρομολόγιο περιγραφής της Αττικής και της Πελοποννήσου: με χάρτες και τοπογραφικά σχέδια", εκδ. De l’ imprimerie de l’ ami du peuple, Αθήνα 1841, σελ. 314-315:
Διαδρομή από το Λεοντάρι προς την πηγή του Ευρώτα.
 […] Η θέα στην συνέχεια απλώνεται, από τη μία πλευρά, στο όρος Κερασιά, κάτω από το οποίο είναι το χωριό Κυπαρίσσια και, από την άλλη, στα απομεινάρια μιας αρχαίας πόλης, της οποίας το τείχος, σχεδόν εξ ολοκλήρου κατεστραμμένο, στεφανώνει την πανύψηλη κορυφογραμμή του όρους Χελμός. Βρήκαμε θεμέλια ακανόνιστων κατασκευών, πάνω στα οποία βρίσκονται τα τείχη ενός βενετικού φρουρίου της μεσαιωνικής εποχής. Φθάνουμε στην συνέχεια σε μια πεδιάδα που περιβάλλεται από βουνά με δάση και διασχίζεται από ένα ρέμα που πλαισιώνεται από μεγάλες λεύκες: είναι καλλιεργημένη και φυτευμένη με μουριές και ελιές. Στα αριστερά, κοντά στον ποταμό Λογκανίκο είναι ένας τύμβος, στην συνέχεια ένα ρέμα, κοντά στην όχθη του οποίου υπάρχει ένας τουρκικός τάφος, και πιο μακριά το δερβένι του Ζαχαρία, ένας πύργος, μέσα σε ένα στενό φαράγγι. Μετά το πέρασμα μέσα από λόφους στρογγυλούς και καλυμμένους από σκίνα,  μυρτιές και ροζ δάφνες, φθάνουμε σε ένα οροπέδιο που ονομάζεται Αγραπιδόκαμπος, όπου βρίσκονται τα απομεινάρια μιας πόλης. Αρκετά από τα ερείπια παραμένουν ορατά: οι πέτρες είναι συσσωρευμένες σε σχήμα τύμβου, αλλά ωστόσο αυτά τα ερείπια δεν φαίνεται να είναι υπολείμματα αρχαίων κατασκευών. Τέλος, όταν κατεβούμε από αυτό το οροπέδιο, μπαίνουμε σε μια κοιλάδα όπου υπάρχει μια πλούσια πηγή που ονομάζεται Κεφαλό-βρυση: αυτή είναι εκείνη που σχηματίζει τον ποταμό Ίρη, τον αρχαίο Ευρώτα. Αυτή η πηγή είναι στους πρόποδες ενός βουνού, το σχήμα του οποίου είναι αρκετά αξιοπρόσεκτο. Ο δρόμος περνάει από μια βραχώδη έκταση, στους πρόποδες της οποίας εμφανίζονται ήρεμα τα διαυγή νερά του ποταμού. Δίπλα υπάρχουν λίγες πέτρες από μια αρχαία κατασκευή, εκ των οποίων δύο μόνο είναι στη θέση τους, αλλά τίποτα δεν αποδεικνύει τι είδους κτήριο θα μπορούσε να είναι κάτω από αυτές τις πέτρες.
Διαδρομή από τις πηγές του Ευρώτα προς τον Μυστρά.
 Παίρνοντας το δρόμο για τα νοτιοανατολικά, υπάρχει ο συνοικισμός του Γεωργιτσιού: προς τα αριστερά, σε ένα οροπέδιο, είναι τα υπολείμματα μιας σύγχρονης οχύρωσης, στα δεξιά εκτείνεται η οροσειρά του Ταΰγετου, προς ανατολάς το όρος Μενελάιο [Μαίναλο], και στη μέση μια πεδιάδα που τελειώνει στον κόλπο της Λακωνίας. Όλο το τοπίο, σχεδόν εξ ολοκλήρου γυμνό από δένδρα, έχει μια αυστηρή όψη και προσθέτει στην ψυχή ένα είδος θλίψης. Αλλά σύντομα φθάνουμε σε μια άλλη πεδιάδα, όπου καλλιεργούνται και φυτεύονται μουριές, στην έξοδο της οποίας πρέπει να διασχίσουμε έναν χείμαρρο. Στα δεξιά βρίσκεται το χωριό Περιβόλια και πιο πάνω η κωμόπολη Καστανιά. Όταν φθάνουμε στην όχθη του Ευρώτα, πρέπει να ακολουθήσουμε τον ρου μέσα σε έναν πολύ στενό φαράγγι, ανάμεσα σε βράχια που καλύπτονται από πλατάνια, σκίνα, τερέβινθους και ροζ δάφνες. Οι δάφνες είχαν άνθη κατά την διάρκεια του ταξιδιού μας, στις 3 Ιουλίου, και άπλωναν ένα άρωμα από βαριές μυρουδιές. Κατά την διαδρομή. πολλά τμήματα του δρόμου είναι λιθόστρωτα, υπάρχουν εκτάσεις με μουριές και τα ερείπια ενός υδραγωγείου που στέκεται ως εμπόδιο και έχει γίνει από τις πέτρες του ποταμού. Όλες αυτές τις κοιλάδες που διαδέχονται η μία την άλλη περιβάλλονται από μικρά βουνά που καλύπτονται από πράσινο, αλλά χωρίς καθόλου δένδρα, ενώ στο κάτω μέρος, αντίθετα, οι αγροί καλλιεργούνται, καλύπτονται από μουριές και διακόπτονται από εκτάσεις με μυρτιές, σχίνα, τερέβινθους και ροζ δάφνες. Βλέπουμε την βάση της αριστερής όχθης που σχηματίζεται από κυκλώπειο τείχος, το μόνο που υπάρχει στο εσωτερικό της Λακωνίας. Μια εντυπωσιακή εκεί κοντά Κεφαλόβρυση πέρα από τους πρόποδες των λόφων, που εκβάλλει στον Ευρώτα. Εδώ θα πρέπει να τοποθετήσουμε την Πελλάνα, στους πρόποδες των δύο λόφων με τα παρεκκλήσια, πάνω στους οποίους θα πρέπει να είναι ο αρχαιολογικός χώρος της Ακρόπολης. Στην αριστερή όχθη, συναντάμε τον κάμπο της Κονιδίτσας με μια Κεφαλόβρυση πιο δυνατή από όσες έχουμε συναντήσει: οι κάτοικοι λένε ότι προέρχεται από τη λίμνη στον κάμπο της Τριπολιτσάς μεταξύ του Παλλάντιου και της Τεγέας. [...]
Η απόσταση από το Λεοντάρι μέχρι τις πηγές του Ευρώτα.
 […] Σε 36 λεπτά, αριστερά, μέσα στην κοιλάδα, ένας τύμβος και ο ποταμός Λογκανίκος. Στα 16΄ ένας τουρκικός τάφος, στα αριστερά το δερβένι του Ζαχαρία. Στα 38΄ ο Αγραπιδόκαμπος. Στα 26΄ το κεφαλόβρυσο (πηγή του Ευρώτα). Συνολική απόσταση, 5 ώρες και 4 λεπτά.
Η απόσταση από τις πηγές του Ευρώτα μέχρι τον Μυστρά.
 Σε 41 λεπτά ο συνοικισμός Γεωργίτσι. Στα 47΄ ένα ρυάκι. Το χωριό Περιβόλια. Στα 41΄ ο Ευρώτας. Στα 19΄ ένας χείμαρρος. Στα 5΄ ερείπια ενός υδραγωγείου. Στα 4΄ μια πηγή. Στα 11΄ μια κρήνη. Στα 40΄ διέλευση ενός ποταμού μέσω μιας γέφυρας. Στα 12΄ είσοδος στο βουνό. Στα 12΄ βρίσκεται ο δρόμος για την Τριπολιτζά. […]

13. Ξένοι περιηγητές: Γκυστάβ Φλωμπέρ.

 Χάρη στον αναγνώστη μας, Γιώργο Κ., προσθέσαμε και το ακόλουθο κείμενο στην σειρά αυτή των κειμένων από περιηγητές.
 Πρόκειται για τις εντυπώσεις ενός Γάλλου συγγραφέα, ο οποίος επισκέφθηκε την Ελλάδα, μαζί με τον φίλο του Μαξίμ Ντυ Καν, και την περιηγήθηκε από τον Δεκέμβριο του 1850 ως τα τέλη Ιανουαρίου του 1851. Είναι ο περίφημος Γουσταύος Φλωμπέρ (γεννήθηκε το  1821 και απεβίωσε το 1880), ο οποίος εφτά χρόνια αργότερα θα γινόταν πλέον διάσημος ως συγγραφέας με το έργο του «Μαντάμ Μποβαρύ». 
 --- . ---
 Στο παρακάτω απόσπασμα ο συγγραφέας ξεκινάει από την Σπάρτη ακολουθώντας την παλαιά "δημοσιά" οδό που υπήρχε παράλληλα προς τον Ευρώτα και φθάνει στο χωριό που αναφέρεται ως Γιωργιτζιάνικα (Καλύβια), όπου υπάρχει μια εκκλησία χαμηλότερα, καθώς και κάποια σπίτια ψηλότερα. Κατά την συνήθεια των "ρεαλιστών" λογοτεχνών της εποχής του, περιγράφει με υπερβολική λεπτομέρεια καθημερινές σκηνές του χωριού με τους ανθρώπους και τα ζώα τους...
 Μας μιλάει αρχικά για ένα σπίτι με αλώνι, όπου υπάρχει ένας ετοιμοθάνατος, καθώς και μια γριά με τσεμπέρι στο κεφάλι της, ενώ σε ένα άλλο σπίτι, όπου καταλύει τελικώς, συναντάει άλλη μια γριά γυναίκα που τον εντυπωσιάζει με την αριστοκρατική της εμφάνιση!
 Και αναρωτιόμαστε: μήπως αυτή η εκκλησία που αναφέρει είναι ο ναός του Αγίου Γεωργίου, που βρίσκεται κοντά στην Άσπρη Βρύση. Μας πληροφόρησαν, όμως, πως το 1850 η εκκλησία αυτή δεν υπήρχε (βλ. σχόλια).  Μήπως, επίσης, το πρώτο από αυτά τα σπίτια ήταν το χάνι του Γιώργη Μιχαλόπουλου (πατέρας του Ηλία), που είχε αλώνι μπροστά [εκεί απέναντι από τον Αη-Γιώργη]; Το δεύτερο σπίτι μήπως ήταν το χάνι του αδελφού του Γιώργη, δηλ. του Δημήτρη Μιχαλόπουλου (Τσέκερη), που είχε στο σόϊ του γυναίκες με τέτοια χαρακτηριστικά; Ή μήπως το σπίτι με το αλώνι ίσως να ήταν το χάνι του Σιγαλού, παππού της Βαγγελάκαινας (βλ. σχόλια), του οποίου τα ερείπια υπήρχαν μέχρι πρόσφατα στον κάμπο μας, εκεί προς στα Σιγαλέικα. (βλ. σχετικά με αυτό και το άρθρο μας 10.13. Γ-17, Χ. Π. Κορύλλος)
 Ποιοι να ήταν, άραγε, αυτοί οι πρόγονοί μας ...που τους κατέγραψε ο εν λόγω διάσημος συγγραφέας σχεδόν κινηματογραφικά, ...και δεν το ξέρανε πως θα παρέμεναν για πάντα ζωντανοί μες στα γραπτά του;

Gustave Flaubert (Γκυστάβ Φλωμπέρ), “Lettres de Grèce” (Το ταξίδι στην Ελλάδα),
μετάφραση: Π. Α. Ζάννας, εκδ. Δ.Ο.Λαμπράκη, Αθήνα 2010, σελ. 155-158:
 Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 1851. 
 – Πέρασα το πρωινό ράβοντας τα δεσίματα από τα σπιρούνια μου, κάτι που μ’ εκνευρίζει τρομερά. Στις 11 και μισή, ο διοικητής της χωροφυλακής, στον οποίο είχε πάει ο Μαξ για να πληροφορηθεί αν ήταν απαραίτητο να πάρουμε συνοδεία, έρχεται να μας κάνει επίσκεψη και παραμένει πάνω από μισή ώρα να μας πονοκεφαλιάζει κουβεντιάζοντας για την πολιτική κατάσταση.
 Φυσάει και κάνει κρύο, έχεις την εντύπωση πως ο καιρός καθαρίζει κάπως· βγαίνουμε από τη Σπάρτη με συνοδεία δύο χωροφύλακες και επιστρέφουμε στο θέατρο. Δεν απομένει παρά μόνο το ημικυκλικό σχήμα, από χώμα, και δύο πέτρινοι δρόμοι ή άκρες τοίχου στην κάθε πλευρά. Τα αρνιά σ’ αυτό που μοιάζει με στρογγυλή τους μάντρα, περιφέρονται αδιάκοπα σε κύκλους και βελάζουν όλα μαζί.
 Ακολουθούμε τον ίδιο χθεσινό δρόμο, ανάμεσα στους πράσινους λόφους και τον Ευρώτα, μία διαδοχή από μικρές τούρλες· στην άκρη του ποταμού, πράσινα χωράφια, καλάμια, μουριές, αργυρόφυλλες λεύκες αλλά σπάνιες, ίριδες, ευφόρβια· στην άλλη πλευρά του ποταμού, ένα είδος τοίχου κόκκινου και ίσιου, με ξεκάθαρη γραμμή στην ενιαία κορυφή του.
 Ο Ταΰγετος χαμηλώνει όσο τον ακολουθούμε με κατεύθυνση δυτική· τα φρύδια από τις μακρόστενες τούρλες του είναι σταχτιά, τα ενδιάμεσα είναι σκούρα πράσινα και σκεπασμένα ελάτια, υπογραμμίζοντας έτσι τις σκιές, τις κοιλότητες, καθώς οι προεξοχές φωτίζονται· η κορυφή είναι σκεπασμένη χιόνι, και τα χιόνια τα σκεπάζουν σύννεφα, στοιβάζονται από αυτή τη μεριά, πάνω στο βουνό, και αφήνουν σιγά σιγά όλο τον υπόλοιπο ουρανό πιο καθαρό.
 Ακολουθώντας πάντα τους πρόποδες του Ταΰγετου, ή μάλλον τη μικρή χαμηλή λοφοσειρά που σχηματίζει ένα κορδόνι μπροστά του, εγκαταλείπουμε σε λίγο τον Ευρώτα, και βρισκόμαστε στην όχθη ενός άλλου ποταμού με τα ίδια χαρακτηριστικά: είναι ο ποταμός Ίρις (Ήρη). Λεύκες αργυρόφυλλες, ασπρουδερές ακροποταμιές, ο δρόμος σε ορισμένα σημεία ακουμπάει στο βουνό. Περνάμε στη βάση ενός μικρού υδραγωγείου που διοχετεύει το νερό ενός μύλου, ύστερα ο δρόμος γυρίζει δεξιά.
 Ο ποταμός Ίρις είναι αρκετά πλατύς, κίτρινος όπως ο Ευρώτας σε ένα σημείο· στην άλλη πλευρά, στην αριστερή όχθη, υπολείμματα προβλήτας, κυκλώπειες πέτρες.
 Όσο προχωράμε, έχεις την εντύπωση πως ο Ταΰγετος χαμηλώνει και πως τα βουνά από την άλλη πλευρά υποχωρούν όλη η κοιλάδα, στενή ως τώρα, πλαταίνει και καταλήγει σ’ ένα τεράστιο πέταλο.
 Αριστερά, σε μικρό ύψος, το χωριό Γιωργιτζιάνικα. – Η εκκλησία χαμηλά, σπίτια πιο ψηλά. – Καταλύουμε σ’ ένα άσπρο σπίτι, ένα γουρούνι και γαλοπούλες τρώνε σ’ ένα είδος λιθόστρωτου κύκλου, αλώνι που σχηματίζει ένα λιακωτό στην αυλή.
 Ο Φραγκίσκος επιστρέφει να μας αναγγείλει πως το καλύτερο δωμάτιο είναι πιασμένο από έναν ετοιμοθάνατο και ψάχνει να μας βρει άλλο κατάλυμα· μένω να κοιτάζω τον Ταΰγετο και περισσότερο το γουρούνι, τους δύο κούρκους και κάτι κότες. [...].
 Στο σπίτι αυτό ήταν μια γριά γυναίκα που φορούσε στα μαλλιά της ένα μακρύ κόκκινο κορδόνι που έβγαινε κάτω από το τσεμπέρι της και έπεφτε ως κάτω από τη γάμπα.
 Μας βρίσκουν κατάλυμα σε άλλο σπίτι: γριά με μαύρα μαλλιά, λεπτή μύτη, μορφή αριστοκρατική. Πόσες γυναίκες γεννημένες μαρκησίες υπάρχουν που πλατσουρίζουν ξυπόλητες στις κοπριές!
Το σκυλί ενός από τους χωροφύλακές μας γαβγίζει όλους τους περαστικούς, κρύβεται όμως και καταφεύγει κάτω από τα πόδια του αλόγου του αφεντικού του, μόλις αντικρίσει μερικά σκυλιά. [...].
Γεωργιτζιάνικα, ώρα 7 1/2 
Παρασκευή 31.  
Η κοιλάδα δεν τελειώνει αμέσως, κλεισμένη σε πέταλο, όπως μου φάνηκε χθες από μακριά, βλέποντας την τούρλα που μοιάζει να την φράζει και που πάνω της βρίσκονται τα Γιωργιτζιάνικα. Ο Ταΰγετος, αριστερά, χαμηλώνει και τα βουνά που βρίσκονται δεξιά πλησιάζουν και χαμηλώνουν κι αυτά. Μικρά ρυάκια που βγαίνουν κάτω από τη χλόη, καταρράκτες με ύψος ένα πόδι, δεντράκια, λυγαριές κλπ., διαδοχικά λεκανοπέδια. Προχωράμε σε μια σειρά από μικρά φαράγγια σκεπασμένα βαλανιδιές νάνους· οι βαλανιδιές νάνοι αποτελούν μόνες τους τα τριάμισι τέταρτα της βλάστησης της Πελοποννήσου. Μερικές κουμαριές, σπάνιες. 
[......] Το Λεοντάρι φανερώνεται ξαφνικά, σε ένα ύψωμα που δεσπόζει πάνω στην πεδιάδα της Μεγαλόπολης. [...].

14. Ξένοι περιηγητές: Βίλχελμ Βίσσερ.

 
 Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από έναν Ελβετό περιηγητή και καθηγητή της αρχαίας ελληνικής στο πανεπιστήμιο της πόλης Βασιλεία (γεννήθηκε το 1808 και απεβίωσε το 1874), ο οποίος εδώ κάνει το λάθος και ταυτίζει την αρχαία Πελλάνα με μια τοποθεσία που βρίσκεται προς την πηγή Βιβάρι του Ευρώτα (όπως πίστευαν και κάποιοι άλλοι εξερευνητές της εποχής). Προς το τέλος του αποσπάσματος διακρίνουμε σχεδόν σίγουρα ότι βρίσκεται στον λόφο Παλαιόκαστρο της Πελλάνας, αλλά δεν υποψιάζεται κάτι περισσότερο καθώς παρατηρεί τα τείχη και τον πύργο του, όπως λέει...



Wilhelm Vischer, "Erinnerungen und Eindrücke aus Griechenland", Basel 1857, σελ. 401-402:
 [...] Eine besondere Bedeutung erhielt die Gegend seit der Gründung von Megalopolis, dessen Gebiet an der Wasserscheide zwischen Eurotas und Alpheios an das spartanische stieß. Die große Heerstraße zwischen den beiden, fast in ununterbrochener Feindschaft lebenden Städten gieng hier durch, ja längere Zeit stritten diese sogar um den Besitz der Landschaft, die deshalb viel von Durchzügen und Verheerungen zu leiden hatte. An mehreren Stellen sieht man noch mehr oder weniger bedeutende Reste des Alterthums, die sich aber meist nicht mit vollkommener Sicherheit bestimmen lassen, da die Nachrichten, die wir haben, nur sehr dürftig sind. Schon etwa eine Viertelstunde oberhalb der Kopanosbrücke bemerkt man eine alte Befestigung und eine halbe Stunde weiter aufwärts ziehen Mauern quer über den Weg, die gewiß einst zum Schutze des Passes erbaut waren. Wieder etwa eine halbe Stunde weiter sieht man auf zwei einander sehr nahen Gipfeln, über dem linken Ufer des Flusses zwei Kirchen, deren Lage so in die Augen springt, daß der Gedanke nahe liegt, es möchte hier das alte Pellana gelegen haben, wie es denn auch hier vermuthet worden ist. Indessen haben sich Ruinen bisher auf der Höhe nicht gefunden, wohl aber läuft unterhalb des Berges am Flusse eine lange Mauer hin und ungefähr hier ist Pellana sicherlich zu suchen. Die Lage war für den Schutz des Weges sehr geeignet, da bis hieher das Thal meist eng ist, hier aber nun sich die größte der Ebenen dieses ganzen Gebietes ausdehnt, die man, nach einem auf dem linken Ufer gelegenen Dorfe, die Ebene von Koniditza nennt. Bald mehr, bald weniger breit reicht sie über eine Stunde weit nach Norden bis an einen vom Taygetos gegen den Eurotas auslaufenden, niedrigen Rücken, auf dem zwischen dem Dorfe Georgitzi und dem Eurotas die Ruinen einer Burg liegen. Unter spätem mittelalterlichem Gemäuer sieht man deutlich die hellenischen Grundlagen, und Spuren eines bewohnten Ortes ziehen sich unter dem Burghügel bis weit in die Ebene hinab. Von Sparta aus habe ich bis hieher vier Stunden gebraucht. [...]
μετάβαση στο πρωτότυπο κείμενο
Μετάφραση
Βίλχελμ Βίσσερ, "Αναμνήσεις και εντυπώσεις από την Ελλάδα", Βασιλεία 1857, σελ. 401-402
 [...] Μια ιδιαίτερη σημασία απέκτησε η περιοχή μετά από την ίδρυση της Μεγαλόπολης, της οποίας η περιοχή συνορεύει στην συμβολή των ποταμών Ευρώτα και Αλφειού με την σπαρτιατική. Από εκεί διερχόταν η μεγάλη στρατιωτική οδός ανάμεσα στις δύο πόλεις, που βρίσκονταν σε αδιάκοπη εχθρότητα, και μάλιστα για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μάλωναν για την ιδιοκτησία της περιοχής, η οποία είχε ταλαιπωρηθεί αρκετά από τις λεηλασίες και τις καταστροφές. Σε πολλά σημεία βλέπουμε ακόμη περισσότερο ή λιγότερο σημαντικά απομεινάρια της αρχαιότητας, τα οποία συνήθως δεν μπορούν να καθοριστούν με απόλυτη σιγουριά, αφού οι πληροφορίες που έχουμε είναι αρκετά ελλιπείς. Ήδη μετά από ένα τέταρτο της ώρας πάνω από την γέφυρα του Κόπανου παρατηρούμε έναν παλιό πυργίσκο και μισή ώρα πιο ψηλά τείχη αποκόπτουν τον δρόμο, τα οποία κάποτε χτίστηκαν για την προστασία του περάσματος. Άλλη μισή ώρα αργότερα βλέπουμε επάνω σε δύο πολύ κοντινές περιοχές από την αριστερή όχθη του ποταμού δύο εκκλησίες, των οποίων η θέση χτυπάει τόσο πολύ στο μάτι, ώστε σου έρεται στην σκέψη ότι μάλλον εκεί θα βρισκόταν η αρχαία Πελλάνα, όπως το έχουν υποψιαστεί. Αν και δεν έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα ερείπια, εντούτοις υπάρχει κάτω από το βουνό προς το ποτάμι ένα μακρύ τείχος και μάλλον εδώ πρέπει να ψάξει κανείς για την Πελλάνα. Η τοποθεσία ήταν κατάλληλη για την προστασία του δρόμου, γιατί η κοιλάδα είναι πολύ στενή σε αυτό το σημείο, αλλά εδώ τώρα εκτείνεται η μεγαλύτερη πεδιάδα σε ολόκληρη την περιοχή, η οποία σε συμφωνία με το χωριό που βρίσκεται στην αριστερή όχθη ονομάζεται πεδιάδα της Κονιδίτζας. Άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο φαρδιά καταλήγει σε μία ώρα προς τα βόρεια σε μια πλαγιά ανάμεσα στον Ταΰγετο και τον Ευρώτα, επάνω στην οποία βρίσκονται ανάμεσα στο χωριό Γεωργίτζι και τον Ευρώτα τα ερείπια ενός πύργου. Κάτω από τα υστεροβυζαντινά τείχη βλέπουμε καθαρά τα θεμέλια ελληνιστικής εποχής και τα ίχνη μιας κατοικημένης περιοχής φθάνουν κάτω από το λόφο του πύργου μέχρι την πεδιάδα. Από την Σπάρτη μέχρι εδώ χρειάστηκαν τέσσερις ώρες. [...]

15. Ξένοι περιηγητές: Γουίλλιαμ Τζορτζ Κλαρκ.

 Το κείμενο αυτό προέρχεται από έναν Άγγλο φιλόλογο, κριτικό στα έργα του Σαίξπηρ και της κλασσικής φιλολογίας καθώς και  περιηγητή (γεννήθηκε το 1821 και απεβίωσε το 1878), ο οποίος μας περιγράφει με αρκετές λεπτομέρειες την επίσκεψή του στην Καστανιά (Καστόρειο) καθώς και τους ανθρώπους που συνάντησε εκεί, αλλά και έξω από την Βορδώνια, όπως και στο ταξίδι του γενικά στην ευρύτερη περιοχή μας, ανεβαίνοντας στον Ταΰγετο με κατεύθυνση την Καλαμάτα.

William George Clark, "Peloponnesus: Notes of study and travel", Λονδίνο 1858, 
εκδ. John W. Parker and son, κεφ. 12, σελ. 191-195:
 [...] There is a pass leading over into Messenia between St. Elias and another summit to the right, which is perhaps the Euoras of Pausanias. This was the route we wished to take; but our guide made so many difficulties, alleging, first, that it was still impracticable, owing to the snow; next, that we must get mules or donkeys without shoes to carry our baggage over the steep and slippery rocks, which mules or donkeys were not to be had for love or money, seeing that it was a point of conscience with them to spend Easter Sunday at home, &c. &c, that we finally yielded, and agreed to take a lower path to the northward, under the peak of Malevo, sleeping the first night at Kastania, a lofty mountain-hamlet. We left Sparta at two o'clock in the afternoon of Friday, April 25. Our way lay along the banks of the Eurotas. We passed many groups of gaily-dressed villagers returning from the fair at Sparta. After riding along the right bank of the Eurotas for an hour and a half, we came to a stream which flowed from Taygetus to join the main river, under a dense growth of ilex and various low trees, over which trailed clematis and wild vine. At this time our conductor was far behind with the baggage, and had left us to our own instincts and reason. The latter faculty suggested that we should follow the path to the left, which seemed the better tracked; the former faculty made us feel that the valley up which it led was uncommonly charming; so we turned off, without reflecting that we had no good ground for assuming it to be the way to Kastania. By-and-bye we overtook an old man, of whom we made inquiries - for by this time we were able to carry on a rudimentary conversation in the modern jargon - and received for answer the pleasing intelligence that we were not on the right track for Kastania, but for Bordonia, a village which we might see on the side of the hill some miles farther on. I observed that, in pronouncing this word, he gave to the initial letter the ordinary b sound, not v, after the modern Greek fashion; and, if I mistook not, other peasants of the district in other words pronounced the β in the same way. If so, the old and true pronunciation (1) survives in a provincial peculiarity. The old man regarded us with no small curiosity. Πόπου είσθε την πατρίδα; he asked, ' Where do you live when you are at home ?' ' England.' - ' What business have you at Kastania?' 'Nothing; only to see it.' - Our replies were received with a prolonged and significant shrug of the shoulders, which I interpreted to mean, ' What a couple of idiots you are to come, no one knows how far, to see Kastania, and to be riding about the hills at this time of day without a guide!' We began to be of the same opinion, and, as we followed a rugged, illtracked path to the right, which he pointed out to us, were speculating on the chances of passing the night shelterless and supperless on the mountain, when we heard a familiar voice shouting behind us, and were presently joined by Alexander, who, having sent on the baggage by the proper road, had been riding about in search of us in a high state of alarm and perplexity. All's well that ends well. We arrived at Kastania before it was dark, and by this little escapade enjoyed a succession of wide prospects, which would have been hid to us had we followed the beaten track. The slopes along which we were riding were one mass of pink and yellow flowers; and beyond this bright foreground we looked over the lower hills that lie about the valley of the Eurotas to the heights beyond, rising range over range, and overtopped in the far distance by the triple peaks of Parnon. It was a real April day, when showers and gleams chase each other through the sky, and sun and shadow flit across the landscape in a way that would give life and loveliness to the barest, blankest desert. Here, however, was infinite variety on the earth, as well as in the sky. Through the trailing skirts of the rain-cloud, whose shade steeped the valleys in dark purple, we could see the far-off summits bright with sunlight. Then a sudden shower sweeping by would blot out the vision of Parnon - his golden crown, his purple robe, and imperial state - and, as it passed away, exhibit him again tricked out in some new device, which in its turn changed and faded before one's fancy could fit it with a simile. We paused on the way to drink at a fountain, just above which, on a scarcely accessible ledge in a steep precipice, is a convent called Panaghia es to Pegàdi, 'our Lady at the fountain'. Close by, if I mistake not, are traces of old foundations, which perhaps mark the site of Derrion (Pans. iii. 20, 7).
 Kastania is a village of straggling houses half hidden in mulberry-trees. One is surprised to find the mulberry so high up on the mountain-side; but the situation is otherwise favourable, in a nook or fold of the hill, sheltered from the north winds and lying open to the sun. There is no trace of antiquity here. The houses are large and new, strongly but roughly built, with an air of rustic opulence about them. We occupied the first floor of one of the largest, which the family abandoned to us, stipulating with Alexander for remuneration. At one end there was a hearth and fireplace, round which the inmates generally slept; the rest of the long room was occupied with sacks of corn, casks, wood, and all manner of farming implements and household stuff. "While dinner was preparing I walked about the village, and was followed at a respectful distance by a crowd of young children making large eyes of wonder, but not saying a word; and returning to the house, I found all the elders of the place assembled, gazing in silent admiration at the culinary operations of Constantine and the treasures of Alexander's canteen. This scene was repeated whenever we came to any out-of the-way place, and our people seemed to have implicit confidence in the honesty of these curious rustics. On one occasion only was anything missing, and then it was the good wife of the house herself who was suspected of having broken the laws of the Hospitable Zeus.
 We left Kastania at six next morning. There was a bright sun shining, and a fresh wind blowing, as we rode up the mountain. The path winds with easy gradients over crumbling shale. [...] In two hours we reached the top of the pass, which I suppose to be between 4000 and 5000 feet above the sea; a level plain with gable ends of mountain on the right hand and on the left. Hence we looked over the bay of Kalamata - the Messenian gulf glassy smooth, but with a narrow rim of white where it swept inward in a long curve to join the flat beach. [...]
   (1) That the Greek β had anciently the sound of the English b, is proved by their using βη, βη to imitate the bleating of sheep. In a modern Greek poem which I have seen this sound is represented by μπε, μπε. This also shows that it was anciently pronounced like our a in 'fate.'
μετάβαση στο πρωτότυπο κείμενο
Μετάφραση
Γουίλλιαμ Τζορτζ Κλαρκ, "Πελοπόννησος: Σημειώσεις έρευνας και περιήγησης", Λονδίνο 1858, 
εκδ. John W. Parker and son, κεφ. 12, σελ. 191-195:
 [...] Υπάρχει ένα πέρασμα που οδηγεί από επάνω προς την Μεσσηνία ανάμεσα στον Προφήτη Ηλία και σε μια άλλη οροσειρά προς τα δεξιά, που είναι πιθανόν ο Ευόρας του Παυσανία. Αυτή ήταν η διαδρομή που θέλαμε να ακολουθήσουμε, αλλά ο οδηγός μας μάς πρόβαλε τόσες πολλές αντιρρήσεις, που προέρχονταν, πρώτον, από το ότι ήταν ανέφικτη, εξαιτίας του χιονιού, έπειτα, από το ότι θα έπρεπε να πάρουμε μουλάρια ή γαϊδούρια χωρίς πέταλα για να μεταφέρουν τις αποσκευές μας πάνω από τα απότομα και ολισθηρά βράχια, για τα οποία μουλάρια ή γαϊδούρια δεν ήταν θέμα αγάπης ή χρημάτων το να τα αποκτήσουμε, μιας και έβλεπε πως ήταν θέμα συνείδησης το να περάσουν την Κυριακή του Πάσχα στο σπίτι, κλπ. κλπ., ώστε τελικά υποχωρήσαμε και συμφωνήσαμε να ακολουθήσουμε μια χαμηλότερη διαδρομή προς το βορρά, κάτω από την κορυφή του Μαλεβού, κοιμόμενοι την πρώτη νύχτα στην Καστανιά, ένα χωριουδάκι πάνω σε ψηλό βουνό. Αναχωρήσαμε από την Σπάρτη στις δύο η ώρα το απόγευμα της Παρασκευής, 25 Απριλίου. Ο δρόμος μας εκτεινόταν κατά μήκος των οχθών του Ευρώτα. Προσπεράσαμε πολλές ομάδες εντυπωσιακά-ντυμένων χωρικών που επέστρεφαν από την εμποροπανήγυρη της Σπάρτης. Μετά από πορεία κατά μήκος της δεξιάς όχθης του Ευρώτα για μιάμιση ώρα, φτάσαμε σε ένα ρέμα που έρεε από τον Ταύγετο για να ενωθεί με το κύριο ποτάμι, μέσα από μια πυκνή βλάστηση πρίνων και διάφορων χαμηλών δένδρων, πάνω από το οποίο απλώνονταν η αγράμπελη και η άγρια κληματαριά. Αυτή την στιγμή ο οδηγός μας ήταν αρκετά πίσω με τις αποσκευές, και μας άφησε μόνους με το ένστικτο και την λογική μας. Η τελευταία σκέψη μας ήταν ότι θα έπρεπε να ακολουθήσουμε το μονοπάτι προς τα αριστερά, το οποίο φαινόταν να διαγράφεται καλύτερα, ενώ η προηγούμενη σκέψη μας έκανε να νιώσουμε ότι η κοιλάδα επάνω στην οποία οδηγούσε ήταν ασυνήθιστα γοητευτική, και γι' αυτό αλλάξαμε πορεία, χωρίς να υπολογίζουμε ότι δεν είχαμε κάποια καλή βάση για να υποθέσουμε ότι αυτός ήταν ο δρόμος για την Καστανιά. Προχωρώντας συναντήσαμε έναν γέρο, στον οποίο κάναμε ερωτήσεις - γιατί αυτή την στιγμή ήμασταν σε θέση να προβούμε σε έναν στοιχειώδη διάλογο στην σύγχρονη γλώσσα - και πήραμε ως απάντηση την ευχάριστη πληροφορία ότι δεν ήμασταν στον σωστό μονοπάτι για την Καστανιά, αλλά για την Βορδώνια, ένα χωριό που θα μπορούσαμε να δούμε από την πλευρά του λόφου μερικά μίλια πιο μακριά. Παρατήρησα ότι, στην προφορά αυτής της λέξης, έδωσε στο αρχικό γράμμα την συνήθη προφορά μπ, και όχι β, όπως στην νεοελληνική προφορά, και, αν δεν έκανα λάθος, άλλοι αγρότες της περιοχής σε μερικές λέξεις προφέρουν το β με τον ίδιο τρόπο. Αν είναι έτσι, η παλαιά και αληθινή προφορά (1) επιβιώνει ως επαρχιακή ιδιαιτερότητα. Ο γέρος μας αντιμετώπισε με καθόλου μικρή περιέργεια. "Πόπου είσθε την πατρίδα;", ρώτησε, "Πού μένετε, όταν είσαστε στην πατρίδα;" "Αγγλία" -"Τι δουλειά έχετε στην Καστανιά" «Καμία, μόνο για να την δούμε." - Οι απαντήσεις μας συνοδεύτηκαν από ένα μεγάλο και παρατεταμένο ανασήκωμα των ώμων του, το οποίο μετέφρασα με το εξής νόημα: "Τι ανόητοι που είσαστε κι οι δυο σας, που ήρθατε, ποιος ξέρει από πόσο μακριά, για να δείτε Καστανιά και να περιφέρεστε στους λόφους αυτή τη στιγμή της ημέρας χωρίς οδηγό!" Αρχίσαμε να έχουμε την ίδια γνώμη, και, καθώς ακολουθούσαμε ένα τραχύ και δυσκολοβάδιστο μονοπάτι προς τα δεξιά, το οποίο μας υπέδειξε, κάναμε εικασίες σχετικά με την πιθανότητα να περάσουμε την νύχτα στο βουνό άστεγοι και χωρίς δείπνο, όταν ακούσαμε μια γνώριμη φωνή να φωνάζει πίσω μας, και έπειτα συναντήσαμε τον Αλέξανδρο, ο οποίος, αφού έστειλε την αποσκευές από τον σωστό δρόμο, περιφερόταν προς αναζήτησή μας σε κατάσταση υψηλού συναγερμού και αμηχανίας. Τέλος καλό, όλα καλά. Φτάσαμε στην Καστανιά πριν έρθει το σκοτάδι, και μετά από αυτή την μικρή παρέκκλιση απολαμβάναμε μια σειρά από εκτεταμένες εικόνες, οι οποίες θα είχαν αποκρυβεί από εμάς αν είχαμε ακολουθήσει την πεπατημένη οδό. Οι πλαγιές κατά μήκος των οποίων προχωρούσαμε ήταν μία μάζα από ροζ και κίτρινα άνθη, και πέρα από αυτό το λαμπερό σκηνικό που βλέπαμε από τους χαμηλούς λόφους που εκτείνονται στην κοιλάδα του Ευρώτα μέχρι τα υψίπεδα πίσω, που ανυψώνονταν από κορυφή σε κορυφή, και υπερφαλαγγίζονταν σε μακρινή απόσταση από την τριπλή κορυφή του Πάρνωνα. Ήταν μια πραγματική ημέρα Απριλίου, όταν οι μπόρες και οι λάμψεις ακολουθούσαν η μία την άλλη μες στον ουρανό, ενώ ο ήλιος και οι σκιές φτερούγιζαν κατά μήκος του τοπίου με έναν τρόπο που θα έδινε ζωή και ομορφιά και στην πιο γυμνή και άδεια ερημιά. Εδώ, όμως, υπήρχε άπειρη ποικιλία τόσο στην γη όσο και στον ουρανό. Μέσα από τους συνεχόμενους κυματισμούς από σύννεφα βροχής, των οποίων η σκιά μπογιάτιζε τις κοιλάδες με βαθύ μωβ, μπορούσαμε να δούμε τις μακρινές κορυφές λαμπερές από το φως του ηλίου. Έπειτα έπεσε μια ξαφνική καταιγίδα σβήνοντας την θέα του Πάρνωνα - το χρυσό στεφάνι του, τον πορφυρό χιτώνα του και την αυτοκρατορική του όψη - και, όταν έφυγε μακριά, τον φανέρωσε πάλι με κάποιο νέο μαγικό κόλπο, που τον άλλαξε και τον εξαφάνισε με τις κινήσεις του πριν η φαντασία κάποιου μπορέσει να βρει ένα παρόμοιο τρόπο. Σταματήσαμε στον δρόμο για να πιούμε από μία πηγή, ακριβώς πάνω από την οποία, σε μια ελάχιστα προσβάσιμη προεξοχή ενός απότομου γκρεμού, είναι μια γυναικεία μονή που ονομάζεται Παναγία ειs το Πηγάδι, δηλ. "η Δέσποινά μας στο πηγάδι". Σε κοντινή απόσταση, αν δεν κάνω λάθος, υπάρχουν ίχνη παλαιών θεμελίων, που σηματοδοτούν πιθανόν την περιοχή του Δερρίου (Παυσανίας, βιβλ. iii. κεφ. 20, 7).
 H Καστανιά είναι ένα χωριό με σπίτια διασκορπισμένα και μισοκρυμμένα μέσα σε μουριές. Για κάποιον είναι έκπληξη να βρει μουριά τόσο ψηλά στην πλαγιά του βουνού, αλλά η τοποθεσία είναι κατά άλλον τρόπο ευνοϊκή, σε μια γωνιά ή πτυχή του λόφου, που προστατεύεται από τους βόρειους ανέμους και εκτείνεται ανοικτά προς στον ήλιο. Δεν υπάρχει κανένα ίχνος αρχαιότητας εδώ. Τα σπίτια είναι μεγάλα και νέα, με ισχυρή και τραχεία κατασκευή, με έναν αέρα χωριάτικης χλιδής σ' αυτά. Εγκατασταθήκαμε στον πρώτο όροφο ενός από τα μεγαλύτερα σπίτια, που άφησε μια οικογένεια σε μας, κατόπιν συμφωνίας με τον Αλέξανδρο έναντι αμοιβής. Στο ένα άκρο υπήρχε μια εστία και ένα τζάκι, γύρω από τα οποία οι ένοικοι κοιμούνταν γενικώς, το υπόλοιπο από το μεγάλο δωμάτιο ήταν γεμάτο με σάκους από καλαμπόκι, βαρέλια, ξύλα και κάθε λογής γεωργικά εργαλεία και οικοσκευές. «Ενώ το δείπνο ετοιμαζόταν έκανα βόλτα στο χωριό, ενώ με ακολούθησε για μια σεβαστή απόσταση πλήθος μικρών παιδιών που έκαναν τα μάτια τους μεγάλα από την έκπληξη, αλλά δεν έλεγαν λέξη, και επιστρέφοντας προς στο σπίτι, βρήκα όλους τους γέροντες του τόπου να συναθροίζονται, ατενίζοντας με σιωπηλό θαυμασμό τις προσπάθειες μαγειρικής του Κωνσταντίνου και τους θησαυρούς της καντίνας του Αλεξάνδρου. Αυτή η σκηνή επαναλαμβάνεται κάθε φορά που φθάνουμε σε οποιοδήποτε εκτός του δρόμου μέρος, και οι δικοί μας φαίνονταν να έχουν έμμεση εμπιστοσύνη στην εντιμότητα αυτών των γεμάτων περιέργεια χωρικών. Σε μία περίπτωση μόνο έλειπαν όλα, και τότε ήταν η ίδια η καλή γυναίκα του σπιτιού που ήταν ύποπτη πως παραβίασε του νόμους του Ξένιου Δία.
 Αφήσαμε την Καστανιά στις έξι του επόμενου πρωινού. Υπήρχε ένας λαμπρός ήλιος που έλαμπε, και ένα φρέσκο αεράκι που φυσούσε, καθώς οδηγηθήκαμε προς στο βουνό. Το μονοπάτι ελίσσεται με εύκολες κλίσεις πάνω σε θρυμματισμένο σχιστόλιθο. [...] Σε δύο ώρες φτάσαμε στην κορυφή του περάσματος, το οποίο υποθέτω ότι είναι μεταξύ 4000 και 5000 πόδια πάνω από τη θάλασσα, μια επίπεδη πεδιάδα, με αετώματα του βουνού στα δεξιά και στα αριστερά. Από εδώ είδαμε επάνω από τον κόλπο της Καλαμάτας - τον Μεσσηνιακό κόλπο απαλό σαν γυαλί, αλλά με ένα στενό χείλος από λευκό χρώμα, που κυμάτιζε προς μέσα σε μια μακριά καμπύλη για να ενωθεί με την επίπεδη παραλία. [...]

  (1) Το ότι το ελληνικό β είχε στην αρχαιότητα την προφορά του αγγλικού b, αποδεικνύεται από την χρήση του "βη, βη" για την απομίμηση του βελάσματος των προβάτων. Σε ένα νεοελληνικό ποίημα που έχω δει αυτός ο ήχος αντιπροσωπεύεται από το "μπε, μπε". Αυτό επίσης δείχνει ότι εκείνο προφερόταν όπως το δικό μας a στην λέξη "fate".

16. Ξένοι περιηγητές: Μπάγιαρντ Τέυλορ.



Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από έναν Αμερικανό περιηγητή
ο οποίος ήταν ποιητής και κριτικός κειμένων (γεννήθηκε το 1825 και απεβίωσε το 1878).
Αυτός, λοιπόν, ο περιηγητής περιόδευσε και στην περιοχή μας 
καταγράφοντας τις εντυπώσεις του για τον Λογκανίκο.



Bayard Taylor, “Travels in Greece and Russia, with an excursion to Crete”,
Νέα Υόρκη 1859, κεφ. 16: 
 LEONDARI, where we passed the night, is on the frontier of Sparta, but still in Arcadia. […] 
 In the splendor of the day, every feature of the landscape had its clearest form and its richest coloring, and from the beds of daisy and crocus at our feet to the snowy pyramids of Taygetus, high above us, everything spoke of life and of Spring. There is a village called Longaniko, in a very wild position, high up under the very crest of the mountain, which supplies the Morea with physicians. The boys are even sent to France and Germany to complete their studies. During the day we met with numbers of peasants, driving asses laden with bundles of young mulberry and olive trees, from the nurseries of Sparta. There was refreshing evidence of improvement, in the amount of new ground brought under cultivation.  
μετάβαση στο πρωτότυπο κέιμενο
Μετάφραση 
Μπάγιαρντ Τέυλορ, “Ταξίδια στην Ελλάδα και στην Ρωσία, μαζί με μια εκδρομή στην Κρήτη”,
Νέα Υόρκη 1859, κεφ. 16: 
 Το Λεοντάρι, όπου περάσαμε τη νύχτα, είναι στα σύνορα της Σπάρτης, αλλά ανήκει στην Αρκαδία. […]
 Στο μεγαλείο της ημέρας κάθε χαρακτηριστικό του τοπίου είχε την σαφέστερη μορφή του και τον πλουσιότερο χρωματισμό, και από τις εκτάσεις με τις μαργαρίτες και τους κρόκους μπροστά στα πόδια μας μέχρι τις χιονισμένες πυραμίδες του Ταϋγέτου, ψηλά επάνω από εμάς, όλα μιλάνε για την ζωή και την άνοιξη. Υπάρχει ένα χωριό που ονομάζεται Λογκανίκος, σε μια πολύ άγρια θέση, αρκετά ψηλά και κάτω από την κορυφογραμμή του βουνού, ο οποίος τροφοδοτεί τον Μοριά με γιατρούς. Τα αγόρια αποστέλλονται ακόμα και στην Γαλλία και στην Γερμανία για να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Κατά τη διάρκεια της ημέρας συναντήσαμε αρκετούς χωρικούς, που οδηγούσαν γαϊδούρια φορτωμένα με δεμάτια από νεαρές μουριές και ελιές από τα φυτώρια της Σπάρτης. Υπήρχαν εμφανείς ενδείξεις βελτίωσης, με βάση το ποσοστό του νέου εδάφους που τέθηκε υπό καλλιέργεια.


17. Ξένοι περιηγητές: Κόνραντ Μπουρσιάν.

 Το κείμενο αυτό προέρχεται από έναν Γερμανό πανεπιστημιακό καθηγητή της φιλολογίας και της αρχαιολογίας καθώς και περιηγητή (γεννήθηκε το 1830 και απεβίωσε το 1883), ο οποίος κάνει το λάθος και τοποθετεί την αρχαία Πελλάνα σε μια περιοχή κοντά στο Βιβάρι.

Conrad Bursian, "Geographie von Griechenland", Leipzig 1872, εκδ. Teubner, τόμος 2, σελ. 113-115:
2. Lakonien: Eurotasthal.
 [...] Diese Strasse zieht sich zunächst etwa 2 1/2 Stunden lang oberhalb des rechten Flussufers auf den Vorhöhen des Taygeton hin, bis sie eine nicht unbedeutende Ebene, die grösste des obern Eurotasthales, erreicht, die sich in verschiedener Breite auf beiden Ufern des Flusses über eine Stunde weit von Nord nach Süd erstreckt. Den nördlichen Abschluss derselben bildet ein vom Taygeton nach dem Eurotas sich hinziehender niedriger Hügelrücken zwischen den Dörfern Georgitzi und Pardali, auf welchem die Ruinen eines mittelalterlichen Schlosses auf hellenischem Unterbau stehen und unterhalb dessen man auch in der Ebene Reste einer alten Ortschaft findet. Ohne Zweifel war dies die zweite Ortschaft der Tripolis, wahrscheinlich das alte Aegys, das sehr frühzeitig durch die Spartiatischen Könige Archelaos und Charillos zerstört, dessen Name aber (Aegytis) der ganzen Gegend zu beiden Seiten des oberen Taygeton, die halb zu Arkadien halb zu Lakonien gehörte, geblieben war: an die Stelle des alten Hauptortes scheint später Karystos, eine durch ihren Weinbau bekannte Ortschaft, getreten zu sein. Im Süden wird jene Ebene abgeschlossen durch den breiten nach Westen vortretenden Βerg von Vurlia, dessen westlicher Fuss fast unmittelbar vom Eurotas bespült wird, während die Strasse nahe dem rechten Ufer zwischen diesem und den Vorhügeln des Taygeton hinläuft. Auf zwei gegen Nordwest vorgeschobenen Höhen des Berges von Vurlia liegen zwei einzelne Kapellen (des heiligen loannis und des heiligen Dimitrios), östlich davon in einer Schlucht Reste eines mittelalterlichen Castells; am westlichen Fusse jener Höhen entspringen zwei sehr wasserreiche Quellen, welche zusammen einen kleinen Teich bilden und dann in den Eurotas abfliessen. Eine halbe Stunde weiter südlich findet man Spuren alter Mauern, die sich quer über den Weg ziehen, also offenbar einer auf förmlichen Verschluss der Strasse abzielenden Befestigung angehören; Reste einer zweiten Befestigung von geringerer Ausdehnung (wohl eines blossen Wartthurmes) finden sich wieder eine halbe Stunde weiter südlich in der Nähe der noch eine starke Stunde von Sparta entfernten neueren Eurotas-Brücke (του Κόπανου το γεφύρι), über welche jetzt der Hauptweg aus dem Eurotas- nach dem Oinusthale (über den südlichsten Theil des Berges von Vurlia) und weiter nach dem südöstlichen Arkadien führt und die füglich als der Abschluss des oberen Eurotasthales betrachtet werden kann. Jene Mauerspuren gehören wahrscheinlich dem von Pausanias (ΙΙI, 21, 2) erwähnten χαράκωμα an, einem Bollwerke zum Schutze der Ebene von Sparta gegen Einfälle von Norden her, und auf dem nordwestlichsten Theile des Berges von Vurlia wird Pellana oder Pellene zu suchen sein, die dritte Stadt der Tripolis, von welcher Pausanias (a. a. 0.) nur noch ein Heiligtum des Asklepios und zwei Quellen, Pellanis und Lankeia genannt, der Erwähnung werth findet. Ungefähr gegenüber der vorauszusetzenden Stelle der Stadt findet man in der Nähe des rechten Flussufers Reste einer auf Bogen ruhenden Wasserleitung, welche in der römischen Zeit von den Vorbergen des Taygeton Wasser nach Sparta führte. [...]
Μετάφραση
Κόνραντ Μπουρσιάν, "Γεωγραφία της Ελλάδας", Λειψία 1872, εκδ. Teubner, τόμος 2, σελ. 113-115:
2. Λακωνία: Η κοιλάδα του Ευρώτα.
 [...] Αυτός ο δρόμος διέρχεται περίπου 2 1/2 ώρες πάνω από την δεξιά όχθη στα υψώματα του Ταϋγέτου, μέχρι να φθάσει σε μια καθόλου ασήμαντη πεδιάδα, την μεγαλύτερη στην άνω κοιλάδα του Ευρώτα, που εκτείνεται σε διαφορετικό πλάτος και στις δύο όχθες του ποταμού  πάνω από μια ώρα μακριά από βορρά προς νότο. Το βόρειο άκρο της από τον Ταΰγετο μέχρι τον Ευρώτα δημιουργεί ένα εκτεταμένο χαμηλό λοφίσκο ανάμεσα στα χωριά Γεωργίτσι και Παρδάλι, όπου βρίσκονται τα ερείπια ενός μεσαιωνικού ανακτόρου πάνω σε θεμέλια ελληνιστικής εποχής και κάτω από το οποίο βρίσκονται επίσης τα ερείπια ενός αρχαίου οικισμού. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτή ήταν η δεύτερη πόλη της Τρίπολης, πιθανότατα η παλαιά Αιγίς, η οποία καταστράφηκε πολύ νωρίς από τους Σπαρτιάτες βασιλείς Αρχέλαο και Χαρίλλο, και της οποίας έχει απομείνει το όνομα (Αιγίτιδα) για όλη την περιοχή και από τις δύο πλευρές του άνω Ταϋγέτου, η οποία ανήκε κατά το ένα ήμισυ στην Αρκαδία και κατά το άλλο ήμισυ στην Λακωνία: στη θέση του παλαιού κύριου οικισμού εμφανίζεται αργότερα η Κάρυστος, μια πολύ γνωστή περιοχή λόγω του κρασιού της. Στα νότια η πεδιάδα αυτή ολοκληρώνεται από το προς δυσμάς εμφανιζόμενο βουνό του Βουρλιά, του οποίου οι δυτικοί πρόποδες βρέχονται σχεδόν από τον Ευρώτα, ενώ ο δρόμος διέρχεται κοντά από την δεξιά όχθη ανάμεσα σε αυτήν και τα υψώματα του Ταϋγέτου. Σε δύο προς τα βορειοδυτικά εισερχόμενα υψώματα του βουνού Βουρλιά βρίσκονται δύο εκκλησάκια (του Αγίου Ιωάννη και του Αγίου Δημητρίου), ανατολικά σε μια χαράδρα τα ερείπια ενός μεσαιωνικού κάστρου, ενώ στους δυτικούς πρόποδες των δύο αυτών υψωμάτων αναβλύζουν δύο πολύ πλούσιες σε νερό πηγές, που σχηματίζουν από κοινού μια μικρή λιμνούλα και στη συνέχεια εισρέουν στον Ευρώτα. Μισή ώρα νοτιότερα βρίσκονται τα ίχνη αρχαίων τειχών, τα οποία διασχίζουν κάθετα το δρόμο, και επομένως ανήκουν μάλλον σε έναν δρόμο που τερματίζει σε οχυρό, ενώ τα ερείπια ενός δεύτερου οχυρού μικροτέρων διαστάσεων (πιθανώς ένα απλό παρατηρητήριο) βρίσκονται πάλι μισή ώρα νοτιότερα κοντά στην, μιας ώρας μακριά από τη Σπάρτη, νεότερη γέφυρα του Ευρώτα (του Κόπανου το γεφύρι), πάνω στην οποία οδηγεί η κεντρική οδός από τον Ευρώτα - προς την κοιλάδα του Οινούντα (το νοτιότερο μέρος του βουνού Βουρλιά) και κατόπιν προς την νοτιοανατολική Αρκαδία και μπορεί επομένως να θεωρηθεί ως το κλείσιμο της άνω κοιλάδας του Ευρώτα. Αυτά τα ερείπια του τείχους  ανήκουν μάλλον στο από τον Παυσανία (iii, 21, 2) αναφερόμενο χαράκωμα, ένα προπύργιο για την προστασία της πεδιάδας της Σπάρτης από την εισβολή από τον βορρά, και επιπλέον στο βορειοδυτικό μέρος του βουνού Βουρλιά πρέπει να αναζητηθεί η Πελλάνα ή Πελλήνη, η τρίτη πόλη της Τρίπολης, για την οποία ο Παυσανίας βρήκε ως άξια αναφοράς μόνο ένα ιερό του Ασκληπιού και δύο πηγές, που ονομάζονται Πελλανίδα και Λαγκεία. Περίπου απέναντι από το υποτιθέμενο σημείο της πόλης, βρίσκουμε κοντά στην δεξιά όχθη του ποταμού υπολείμματα ενός αχρησιμοποίητου αγωγού νερού που στηρίζεται σε καμάρα, ο οποίος κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους έφερνε νερό από τους πρόποδες του Ταϋγέτου προς την Σπάρτη. [...]

18. Η Β. Λακωνία σε κείμενα ξένων περιηγητών.

 Στο κείμενο αυτό, στο οποίο γίνεται αρχαιολογική μελέτη για την περιοχή μας, διαπιστώνουμε ότι γίνεται σωστή ταύτιση της αρχαίας Πελλάνας με το χωριό μας, το οποίο αναφέρεται ως Καλύβια Γεωργιτσίου, ενώ παράλληλα περιγράφονται τόσο το Παλαιόκαστρο όσο και οι θολωτοί λαξευτοί τάφοι...

The society for promotion of Hellenic studies, "The Journal of Hellenic Studies (JHS)", volume XV,
Nendeln / Liechtenstein 1895, εκδ. Kraus Reprint του 1971, σελ. 45-46:
 Pellana was one of the towns of the Lakonian 'Tripolis'; and, since the Tripolis is defined as being 'Laconici agri, qui proximus finem Megalopolitaruui est', it must have extended as far as the frontier. There is therefore little doubt that Belmina was another of its component towns. The name of the third town is a matter of some doubt. Both Aegys and Karystus have been suggested; and the latter view is by far the more probable of the two. For, though the term 'Aegytid' appears to have been sometimes used in a wide sense and to have included Belmina, it is in other passages distinguished from the Belminatid; and Paus. viii. 34. 5 shows clearly that 'Aegytid' in its narrower sense was the designation of the valley lying west of the northern end of the Taygetus range, - the valley whose northern portions are overlooked by the charming little town of Leondari. It may therefore be taken for certain that Aegys itself was in that valley, not in the Eurotas valley south of Belmina. But whatever may have been the name of the third town of the Tripolis, - Karystus is the most plausible guess - topographers are probably right in placing it at the 'Kalyvia of Georghìtsi', - a village which one reaches, on one's northward journey, rather more than an hour after passing the supposed site of Pellana. At the Kalyvia there is another fine 'Kephalovrysis' (head-spring).
   The evidences of antiquity here are as follows :
 (1) There is an acropolis, - a low, rocky hill, steep of approach on all sides except the east, - surrounded at the top, and to some extent lower down also, by remains of walls, for the most part of late date, but among which there are some traces of probable Hellenic work.(*)
 (2) The acropolis just described lies immediately left of the path to Megalopolis. A little farther on, - still just left of the path, - are two circular caves, cut in the soft rock, with roofs of the beehive shape. The diameter of one of them, which I measured, is approximately 18 ft., and the height some 10 ft.; and the other must be of about the same size. These caves, which I suppose to be tombs, were courteously shown me by Mr. Γκουζούλης, the demarch of Georghìtsi. They might possibly repay excavation.
 (3) In the village I bought a large number of coins, - most of them unfortunately of late date, Roman and Byzantine ; none which could serve as a clue to the ancient name of the place.
 There is but little pottery about. The place was therefore probably a small one, - perhaps little more than a fort.
 Half an hour beyond the 'Kalyvia of Georghìtsi' there is another 'Kephalòvrysis', gushing freely from beneath some rocks on the left of the path. The water of this spring is retained, so as to form a pool some 12 ft. x 17 ft. but of irregular shape, by the remains of an ancient wall of large hewn stones.
 Hence to the 'khan of Longanìko', in the 'Belminatid' territory, which I have already discussed, is a journey of about an hour and a half (for a fast walker an hour and a quarter). The path takes one first through a region commonly known as the 'Agrapithòkambos' ('wild-pear region'), and then through one called 'Goumaròkambos'; the latter being a beautiful pass where the sides of the hills both to left and right are richly clothed with arbutus (γούμαρο).
  (*) An old well, completely filled up, has also been recently discovered at the east end of the acropolis, just below the crown of the hill. It is about six feet in diameter, and is cut chiefly in soft rock. The diameter has excavated it to a depth of some 30 feet in hope of finding treasure.
μετάβαση στο πρωτότυπο κείμενο
Μετάφραση
Κοινότητα προώθησης των ελληνικών σπουδών, "Ημερολόγιο ελληνικών σπουδών", τόμος 15,
Νέντελν / Λιχτενστάιν1895, εκδ. Kraus Reprint του 1971, σελ. 45-46:
  Η Πελλάνα ήταν μία από τις πόλεις της Λακωνικής «Τρίπολης» και, αφού η Τρίπολη ορίζεται ότι είναι "Λακωνικού αγροί, που στο απώτατο όριο είναι Μεγαλοπολίτικοι", πρέπει να επεκταθεί έως τα σύνορα. Υπάρχει ως εκ τούτου μικρή αμφιβολία ότι η Βελ[ε]μίνα ήταν η μία από τις πόλεις που την αποτελούσαν. Το όνομα της τρίτης πόλης είναι ένα θέμα κάποιας αμφιβολίας. Τόσο η Αιγίς όσο και η Κάρυστος έχουν προταθεί, ενώ η τελευταία άποψη είναι μακριά από την πιο πιθανή εκ των δύο. Γιατί, αν και ο όρος "Αιγίτιδα" φαίνεται να έχει μερικές φορές χρησιμοποιηθεί με την ευρεία του έννοια και να έχει συμπεριλάβει την Βελ[ε]μίνα, σε άλλα χωρία διαχωρίζεται από την Βελ[ε]μινάτιδα, ενώο Παυσανίας (βιβλ. viii. κεφ. 34. 5) δείχνει σαφώς ότι η «Αιγίτιδα» στην στενότερη έννοιά της ήταν η ονομασία της κοιλάδας που βρίσκεται δυτικά του βόρειου άκρου της κορυφογραμμής του Ταϋγέτου, - την κοιλάδα της οποίας τα βόρεια τμήματα φαίνονται από την γοητευτική μικρή πόλη Λεοντάρι. Επομένως μπορεί να θεωρηθεί με βεβαιότητα ότι η Αιγίς η ίδια ήταν σε εκείνη την κοιλάδα, όχι στην κοιλάδα του Ευρώτα νότια της Βελ[ε]μίνας. Αλλά όποιο και να ήταν το όνομα της τρίτης πόλης της Τρίπολης, - Karystus είναι η πιο εύλογη εικασία - οι τοπογράφοι είναι πιθανόν δίκαιοι τοποθέτοντάς την στα «Καλύβια του Γεωργιτσιού», - ένα χωριό που φτάνει κάποιος, ταξιδεύοντας από τον βορρά, λίγο περισσότερο από μία ώρα αφού περάσει την υποτιθέμενη περιοχή της Πελλάνας. Στα Καλύβια υπάρχει άλλη μία «Κεφαλόβρυση» (κεφαλο-πηγή).
  Τα αποδεικτικά στοιχεία της αρχαιότητας εδώ είναι τα εξής:
  (1) Υπάρχει μια ακρόπολη - ένα μικρό, βραχώδες ύψωμα, απότομο στην προσέγγιση σε όλες τις πλευρές εκτός από τα ανατολικά - που περιβάλλεται στην κορυφή, και σε κάποιο έκταση χαμηλότερα επίσης, με υπολείμματα τειχών, κατά το μεγαλύτερο μέρος από την πρόσφατη εποχή, αλλά και μεταξύ των οποίων υπάρχουν κάποια ίχνη από έργα πιθανόν Ελληνιστικής εποχής.
  (2) Η ακρόπολη που μόλις περιγράψαμε βρίσκεται αμέσως αριστερά από το δρόμο για την Μεγαλόπολη. Λίγο πιο πέρα - επίσης ακριβώς αριστερά από το δρόμο, - υπάρχουν δύο κυκλικές σπηλιές, σκαμμένες στο μαλακό βράχο, με στέγες σε σχήμα κυψέλης. Η διάμετρος μιας εξ αυτών, την οποία μέτρησα, είναι περίπου 18 πόδια, και το ύψος περίπου 10 πόδια, ενώ η άλλη πρέπει να είναι περίπου στο ίδιο μέγεθος.Αυτές τις σπηλιές, που υποθέτω ότι είναι τάφοι, μου τις παρουσίασε με αβρότητα ο κ. Γκουζούλης,  ο πρόεδρος του Γεωργιτσιού. Θα μπορούσαν ενδεχομένως να φανούν χρήσιμες σε ανασκαφή.
  (3) Στο χωριό αγόρασα ένα μεγάλο αριθμό νομισμάτων - τα περισσότερα από αυτά δυστυχώς είναι της πρόσφατης εποχής, ρωμαϊκά και βυζαντινά, κανένα από αυτά δεν θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως στοιχείο για το αρχαίο όνομα του τόπου.
 Υπάρχει αλλά ελάχιστη σχετική αγγειοπλαστική. Ο τόπος ήταν επομένως πιθανόν ένα μικρό - ίσως και λίγο περισσότερο από ένα οχυρό.
 Μισή ώρα μετά τα «Καλύβια του Γεωργιτσίου» υπάρχει μια άλλα "Κεφαλόβρυσις", που αναβλύζει ελεύθερα από κάτω από κάποια βράχια στα αριστερά του μονοπατιού. Το νερό αυτής της πηγής συγκρατείται, έτσι ώστε να σχηματίζει μια πισίνα περίπου 12 πόδια x 17 πόδια, αλλά με ακανόνιστο σχήμα, από τα ερείπια ενός αρχαίου τοίχου με μεγάλες πελεκημένες πέτρες.
 Από εδώ ως το "χάνι του Λογκανίκου", στην περιοχή της Βελ[ε]μινίτιδας, για την οποία έχω ήδη μιλήσει, είναι ένα ταξίδι περίπου μιάμιση ώρας (για ένα γρήγορο περιπατητή μια ώρα και ένα τέταρτο). Ο δρόμος περνάει πρώτα μέσα από μια περιοχή κοινώς γνωστή ως «Αγραπιδόκαμπος» (δηλ. «τόπος της αγρια-αχλαδιάς»), και έπειτα μέσα από μια περιοχή που ονομάζεται «Γουμαρόκαμπος», η τελευταία είναι ένα όμορφο πέρασμα όπου οι πλευρές των λόφων τόσο προς τα αριστερά όσο και στα δεξιά είναι πλουσιοπάροχα ντυμένες με κουμαριές (γούμαρο).

  (*) Ένα παλιό πηγάδι, εντελώς γεμάτο, έχει επίσης προσφάτως ανακαλυφθεί στο ανατολικό άκρο της ακρόπολης, ακριβώς κάτω από την κορυφή του λόφου. Είναι περίπου έξι πόδια σε διάμετρο, και είναι σκαμμένο κυρίως σε μαλακό βράχο. Η διάμετρος έχει ανασκαφεί σε βάθος περίπου 30 μέτρα με την ελπίδα να βρεθεί θησαυρός.

19. Η Β. Λακωνία σε κείμενα ξένων περιηγητών: Καρλ Μπαίντεκερ

 Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από έναν Γερμανό περιηγητή (γεννήθηκε το 1801 και απεβίωσε το 1859) και εκδότη ταξιδιωτικών οδηγών για τουρίστες, που μεταφράστηκαν και σε άλλες γλώσσες. Εκτός από τα γνωστά χωριά της Β. Λακωνίας αναφέρει και το χωριό Βουτούχο. Παράλληλα, κάνει και αναφορά στην αρχαία Πελλάνα, όταν βλέπει τα αρχαία ερείπια στην περιοχή μας, αλλά τελικώς δεν τα ταυτίζει με αυτήν (επειδή στην προηγούμενη σελίδα του βιβλίου του αναφέρεται σε μια νοτιότερη περιοχή του κάμπου μας κοντά στον Ευρώτα, όπου όπως και άλλοι περιηγητές της εποχής θεωρούσαν ότι βρισκόταν η αρχαία πόλη).



Karl Baedeker, "Greece: Handbook for travellers", London 1894, 
εκδ. K. Baedeker, κεφ. 38, σελ. 286:
 We continue to traverse the pleasant plain, gradually ascending, crossing several brooks, and keeping generally at some distance from the river. On the mountain-slopes to the W. lie the villages of Vordonia, Kastri (with a convent), Kastania, Georgitsi (1960 inhab.), and Agoryani, while to the E. of the Eurotas is Koniditsa. In 1 3/4 hr. we reach the Georgitsanika Kalyvia, beside which rises a copious spring among trees, with remains of an ancient coping. Some ancient and mediaeval ruins have been found on the hill close by, and several old tombs in the plain. The name of this ancient place is, however, unknown, for Pellana is the only city in this district mentioned by Pausanias, and it lay 100 stadia or about 4 hrs. from Belemina, mentioned below.
 About 3/4 hr. farther, after we have quitted the course of the river, a second spring rises near the village of Voutoukos, which lies to the right of the track, and this also seems to have been carefully enclosed in antiquity, to judge from the ancient masonry under the neighbouring plane-trees. We then cross some hilly land bordering the Eurotas, traverse a small plain yielding wine and maize, cross the stream of Longaniko, which is often terribly flooded, and reach the base of the conspicuous conical hill of Chelmos. Here lies the Khan of Chelmos (1 3/4 hr. from the spring at Voutoukos) belonging to the village of Longaniko, which lies to the W. among the mountains, 3 M. above the point where we cross the stream.
Μετάφραση
Καρλ Μπαίντεκερ, "Ελλάδα: Εγχειρίδιο για ταξιδιώτες", Λονδίνο 1894, 
εκδ. K. Baedeker, κεφ. 38, σελ. 286:
 Συνεχίζουμε να διασχίζουμε την ευχάριστη πεδιάδα, που σταδιακά ανηφορίζει, διασχίζοντας αρκετά ρυάκια, και προχωρώντας γενικά σε κάποια απόσταση από τον ποταμό. Στις ορεινές πλαγιές προς Δ. βρίσκονται τα χωριά Βορδόνια, Καστρί (με γυναικείο μοναστήρι), Καστανιά, Γεωργίτσι (1960 κάτοικοι), και Αγόριανη, ενώ ανατολικά του Ευρώτα είναι η Κονιδίτσα. Σε 1 3/4 ώρες φθάνουμε στα Γεωργιτσιάνικα Καλύβια, δίπλα από τα οποία αναβλύζει μια πλούσιο πηγή ανάμεσα στα δέντρα, με ερείπια ενός αρχαίου τείχους. Μερικά αρχαία και μεσαιωνικά ερείπια βρίσκονται επάνω σε κοντινό λόφο, και αρκετοί παλαιοί τάφοι στην πεδιάδα. Το όνομα αυτού του αρχαιολογικού χώρου είναι, ωστόσο, άγνωστο, ενώ η Πελλάνα είναι η μόνη πόλη στην περιοχή αυτή που αναφέρεται από τον Παυσανία, και βρισκόταν 100 στάδια ή περίπου 4 ώρες από την Βελεμίνα, που αναφέρεται παρακάτω.
 Περίπου 3/4 της ώρας μακρύτερα, αφού εγκαταλείψαμε την πορεία δίπλα στον ποταμό, μια δεύτερη πηγή αναβλύζει κοντά στο χωριό Βουτούχος, που βρίσκεται στα δεξιά του δρόμου, και αυτή φαίνεται επίσης να έχει περικλειστεί προσεκτικά στην αρχαιότητα, αν κρίνουμε από την αρχαία τοιχοποιία κάτω από τα γειτονικά πλατάνια. Διασχίζουμε έπειτα κάποιες λοφώδεις εκτάσεις που συνορεύουν με τον Ευρώτα, περνάμε μέσα από μια μικρή πεδιάδα που παράγει κρασί και καλαμπόκι, διασχίζουμε το ρέμα του Λογκανίκου, το οποίο συχνά είναι φοβερά πλημμυρισμένο, και φθάνουμε στους πρόποδες του ευδιάκριτου κωνικού λόφου του Χελμού. Εδώ βρίσκεται το Χάνι του Χελμού (1 3/4 ώρες από την πηγή του Βουτούχου) που ανήκει στο χωριό Λογκανίκος, το οποίο βρίσκεται προς Δ. ανάμεσα στα βουνά, 3 μίλια επάνω από το σημείο όπου διασχίσαμε το ρέμα.

20. Η Β. Λακωνία σε κείμενα περιηγητών: Χ. Π. Κορύλλος

 Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από το βιβλίο ενός ιατρού από την Πάτρα (επανεκδόθηκε πρόσφατα από το Πανεπιστήμιο Πατρών), ο οποίος μετέβη μαζί με άλλους τρεις συνοδοιπόρους από την Πάτρα στην Σπάρτη και καταγράφει τις εντυπώσεις του από την περιοχή μας, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα εξαίρετη και πνευματώδη. Μας αναφέρει, μάλιστα, ότι παρέμεινε (ύστερα από σύσταση που του έγινε από χάνι της Δημητσάνας) μαζί με την παρέα του στο χάνι του Σιγαλού (ήταν παππούς της Βαγγελάκαινας), του οποίου τα ερείπια υπήρχαν μέχρι πρόσφατα στον κάμπο μας, εκεί προς στα Σιγαλέικα. Κατά την εκεί παραμονή του καταγράφει με χαρακτηριστική λεπτομέρεια και άφθονο χιούμορ διάφορα συμβάντα, όπως το αναπάντεχο δείπνο που είχαν, το τοπικό φαγητό "τρυφεράδες" που απέφυγαν, τον επεισοδιακό καβγά του πανδοχέα με την σύζυγό του (κάνοντας πετυχημένο λογοπαίγνιο με το επίθετό τους!), αλλά και την έκλειψη Σελήνης που συνέβη εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ...

Χ. Π. Κορύλλος, "Πεζοπορία από Πατρών εις Σπάρτην", Πάτρα 1889, σελ. 48-51,
(Από Πατρών διά θαλάσσης εις Γύθειον και εκείθεν διά Σπάρτης εις Ταΰγετον. 
Επάνοδος εις Πάτρας διά Ναυπλίου και Κορίνθου.)

 Μικρόν εκείθεν προβάντες, συνηντήσαμεν το χάνι του Λογκανίκου, μίαν ώραν του χωρίου Σκορτσινού απέχον και φέρον το όνομα εκ του προκειμένου χωρίου Λογκανίκου, μετά δε πορείαν ετέρων 3 1/2 ωρών αφικόμεθα εις τα χάνια των Γεωργιτσιάνικων Καλυβίων, ημίσειαν περίπου ώραν των Καλυβίων απέχοντα, ταύτα δε 1 1/2 ώραν του χωρίου Γεωργιτσίου, πρωτευούσης του Δήμου Πελλάνης Λακεδαίμονος. Παρά τα χάνια ταύτα αναβλύζει άφθονον ύδωρ, καταρδεύον την παρακειμένην ευρείαν και κατάφυτον πεδιάδα και είτα χυνόμενον εις τον Ευρώτα. Εκ των 3 ή 4 εκεί χανίων, προυτιμήσαμεν προς διανυκτέρευσιν το του Σιγαλού, κατά τε σύστασιν εκ Δημητσάνης και διότι το όνομα του ξενοδόχου ην εν αντιθέσει προς το του Χολιαστού, περί ου ουκ ολίγα εν τοις πρόσθεν ελέχθησαν. Κατά περίεργον σύμπτωσιν και ο Σιγαλός απουσίαζε τη ώρα εκείνη εκ του χανίου του, ώσπερ και ο Χολιαστός, η δε κυρία Σιγαλού, αντιθέτου χαρακτήρος της ομοτέχνου αυτής κυρίας Χολιαστού, μετά δυσκολίας εκινείτο, ίνα προσφέρει ημίν ό,τι εζητούμεν. Το δε πάντων περιεργότατον, εστερείτο το χανίον τούτο, πλην πολλών άλλων και αυτού του οίνου. Εζητήσαμεν ίνα μας μαγειρεύση δύο ορνίθια, πλην η ευαίσθητος κυρία Σιγαλού, λυπουμένη προφανώς αυτά, οτέ μεν επροφασίζετο ότι εκούρνιασαν και δεν δύναται να τα συλλάβη, οτέ δε ότι ήσαν μικρά και τα παρόμοια, προύτεινε δε ημίν ίνα αντί τούτων μας μαγειρεύση ολίγες τρυφεράδες, πράγμα άγνωστον ημίν, και μόλις μετ' επανειλημμένας ερωτήσεις ερμηνευθέν παρά γειτονίσσης παρατυχούσης, ότι εσήμαινε χλωρά φασόλια, άτινα δεν ονομάζουσι με το αληθές αυτών όνομα, διότι νομίζουσι την λέξιν απρεπή και ολίγον αισχράν. Ευτυχώς γείτων παρεμβάς, συνέλαβεν αλέκτορα, ον εθυσιάσαμεν ουχί τω Ασκληπιώ, αλλ' ημίν αυτοίς και μαγειρεύσαντες μόνοι, δια το μη είναι εξησκημένην την κυρίαν Σιγαλού εις τούτου είδους μαγειρικήν, ως έλεγε, μετεβάλαμεν αυτόν εις πιλάφιον εκλεκτόν, προμηθευθέντες την όρυζαν εκ Καλυβίων συν τω οίνω επ' αμοιβή ιδία τής την εκδρομήν ταύτην επίτηδες ποιησάσης γυναικός. [...] Εν τούτω τω μεταξύ ήλθε και ο γέρων Σιγαλός, όστις, αντί να η, ως ο συνάδελφος αυτού Χολιαστός, ονόματι και πράγματι Σιγαλός, εξ εναντίας ην θορυβωδέστατος και επιθετικώτατος, (μέχρι απειλών όμως), κατά της συζύγου αυτού, καθό μη προθυμοποιησάσης, δήθεν, να μας περιποιηθεί επαρκώς, ως φίλους του εκ Δημητσάνης συστήσαντος ημάς αυτώ φίλου. Τότε εξηγήθη ημίν το αλλόκοτον φαινόμενον της ελλείψεως του οίνου εκ του χανίου! Η γραία, ίνα επιβάλη αυτώ σιωπήν, οσάκις επέτεινε την επιτιμητικήν αυτού φωνήν πέραν του ανεκτού ορίου, στρεφομένη προς αυτόν αποτόμως, τω έλεγε: "Μη μεγαλοφωνής, σου λέου!" και πάραυτα ο γέρων επί τινας στιγμάς εγίνετο Σιγαλός, ίνα εκ νέου επιτεθή κατ' αυτής, ως η πυρκαϊά, ήτις, καταπραϋνομένη προς στιγμήν εκ του επιχεομένου ύδατος, αναδίδει μείζονας μετ' ολίγον φλόγας. Μόνη δε η μετ' ολίγον, περί ώραν 9 μ.μ., αρξαμένη έκλειψις της σελήνης (30 Ιουνίου) και η ετοιμασία προς εδωδήν του ετοίμου ήδη πιλαφίου, ου η ευάρεστος οσμή προσέβαλε και αυτήν την υπό του ταμβάκου κατακεκαυμένην βλεννομεμβράνην της ρινός του Σιγαλού, διέκοψαν βιαίως την μεταξύ του ζεύγους των Σιγαλών μεν ονόματι, θορυβωδών δε πράγματι, διαδικασίαν, ο δε γέρων προσκληθείς εκαθέσθη παρά την υπαίθριον ημών τράπεζαν, υπό το φέγγος της ολονέν μειουμένης σελήνης, όπερ αντεκατέστησεν εν μέρει λύχνος, κομισθείς υπό της σιγαλής τότε κυρίας Σιγαλού, επί λυχνοστάτου ερειδόμενος.  Μετά το δείπνον, κατακλισθέντες εις ύπνον εν υπαίθρω, διότι εν τω χανίω ανέμενον ημάς πολλαί των του Φαραώ πληγών, εξηγέρθημεν τη 2α π.μ. ώρα και τυχόντες της ευκαιρίας, ίνα συνοδοιπορήσωμεν μετά χωρικού εκ Γεωργιτσίου ανεχωρήσαμεν, κατευθυνόμενοι εις Σπάρτην, έχοντες κατά πλείστον της οδού προς αριστεράν τον μεγαλοπρεπή και ολονέν αυξανόμενον εκ των εν τοις πέριξ αναβλυζόντων υδάτων Ευρώταν, ον οι περίοικοι καλούσι Νίριν (Ίριν), όπως πολλαχού καλούσι την ουράν νουράν, την Ύδραν Νύδραν, τον ιατρόν νιατρόν, την καμήλαν γκαμήλαν κτλ.

21. Η Β. Λακωνία σε παλαιές εφημερίδες...


Καταστροφές σπιτιών λόγω συνεχών βροχοπτώσεων στον Δήμο μας:
ΕΜΠΡΟΣ, 9-1-1905, σελίδα 2

Ανακοίνωση αρραβώνων και γάμου,
συγχαρητήρια για τον διδάκτορα ιατρικής Π. Ζήτη:
ΣΚΡΙΠ, 8-6-1903, σελίδα 4

Καταστροφές από πτώση χαλαζιού στον Δήμο μας:
ΣΚΡΙΠ, 17-5-1901, σελίδα 2

Η φορολογία για τα αμπέλια στον Δήμο μας
 ΕΜΠΡΟΣ, 10-11-1899, σελίδα 3

--.----- . | . -----.--

 Τα αποσπάσματα από τις ανωτέρω εφημερίδες βρέθηκαν από την ιστοσελίδα της Εθνικής Βιβλιοθήκης (http://www.nlg.gr/digitalnewspapers/ns/main.html), στην οποία υπάρχουν σκαναρισμένες μερικές ελληνικές εφημερίδες, πολύ παλαιές ή και νεότερες.
 Εκεί, λοιπόν, κάνοντας αναζήτηση, εντοπίστηκαν στις παλαιότερες εφημερίδες ΕΜΠΡΟΣ και ΣΚΡΙΠ μερικά ενδιαφέροντα γεγονότα παλαιοτέρων εποχών (πιο συγκεκριμένα από το 1899 ...έως το 1948), που αναφέρονταν είτε στο χωριό μας συγκεκριμένα είτε στον δήμο μας και στην ευρύτερη περιοχή μας γενικότερα...
 Κάποια από αυτά έχουν να κάνουν με τοπικές ειδήσεις, όπως π.χ. θεομηνίες που έγιναν στον κάμπο μας και κατέστρεψαν τα ελαιόδεντρα, μια παλαιότερη δημοπρασία για την ανέγερση ηρώου, η τιμή φόρου για τα αμπέλια, ο κίνδυνος φυματίωσης στον Δήμο μας, ίδρυση σωματείου στην Αθήνα, για την σιδηροδρομική γραμμή στην Λακωνία, για την ίδρυση τηλεφωνικής γραμμής σε χωριό κλπ.
 Κάποια άλλα θέματα είναι πιο ιδιαίτερα…, όπως λ.χ. η ιστορία με έναν γάιδαρο, διάφορες συμπλοκές κατοίκων, όπως με μια παπαδιά, ή λόγω κτηματικών διαφορών, καθώς και μια συμπλοκή σε καφενείο του χωριού κατά τον εμφύλιο, διάφορες πολιτικές αντιπαλότητες, ο μισθός ενός απλήρωτου δασκάλου, ανακοινώσεις αρραβώνων ή γάμων κλπ..
 Η παρουσίαση των αποσπασμάτων από τις εν λόγω εφημερίδες γίνεται με την αντίστροφη χρονολογική τους σειρά.
Χρήστος Χ.

22. Η Β. Λακωνία σε παλαιές εφημερίδες...


Η υπόθεση με έναν περιφερόμενο γάιδαρο που συνέλαβε ο αγροφύλακας στα Ρεγκόζενα 
και ο «σατραπισμός» του δημάρχου,
μια συμπλοκή κατοίκων …δι’ ασήμαντον αφορμήν:
ΣΚΡΙΠ, 2-8-1909, σελίδα 6
 
 

Η παραίτηση της κυβέρνησης Θεοτόκη και ο ανασχηματισμός του Δ. Ράλλη,
μια ανακοίνωση αρραβώνων,
μια θεομηνία ακρίδων στους κήπους,
μια συμπλοκή κατοίκων στα Βεργαδέικα λόγω κτηματικών διαφορών,
μια ανακοίνωση τυχερού σε λαχείο:
ΣΚΡΙΠ, 27-7-1909, σελίδα 4

Πρόληψη για την φυματίωση από μετανάστες εκ του Δήμου μας:
ΕΜΠΡΟΣ, 8-5-1909, σελίδα 2
ΣΚΡΙΠ, 8-5-1909, σελίδα 2

Αναφορά για τον μισθό ενός απλήρωτου δασκάλου,
έναρξη ανοικοδόμησης του Ι.Ν. Αγ. Αθανασίου στο Γεωργίτσι,
ο τελειόφοιτος φοιτητής ιατρικής Γκουζούλης,
οι εξετάσεις στο σχολείο Γεωργιτσίου,
συγχαρητήρια για τον αστυνομικό σταθμάρχη Δήμου Πελλάνας:
ΣΚΡΙΠ, 9-7-1907, σελίδα 6
Χρήστος Χ.

23. Η Β. Λακωνία σε παλαιές εφημερίδες...


Υποστήριξη στην ψήφιση εκπαιδευτικών νομοσχεδίων 
από το κοινοτικό συμβούλιο Αγόριανης και διαφόρων δασκάλων των δήμων:
ΣΚΡΙΠ, 17-6-1914, σελίδα 6

Αίτηση επίσπευσης της λειτουργίας τηλεφώνου στον Λογκανίκο:
ΕΜΠΡΟΣ, 21-2-1914, σελίδα 1

Η έναρξη του τρύγου στον κάμπο μας,
ένα επεισόδιο ανάμεσα σε κατοίκους της Αγόριανης,
η επισκευή των οδών του Γεωργιτσίου με προσωπική εργασία των κατοίκων του,
μια ανακοίνωση αρραβώνων,
μια αναχώρηση σπουδαστή για την Αθήνα:
ΣΚΡΙΠ, 27-9-1911, σελίδα 6

Αίτηση επιτροπής κατοίκων της Καστανιάς για μη μεταφορά
του ειρηνοδικείου τους στο Γεωργίτσι κατά το καλοκαίρι:
ΣΚΡΙΠ, 19-3-1910, σελίδα 1

Έκφραση προτίμησης για την έναρξη της σιδηροδρομικής γραμμής Λακωνίας 
από το Λεοντάρι και όχι από την Τρίπολη,
παρατηρήσεις σχετικά με την λειτουργία του ταχυδρομείου Γεωργιτσίου:
ΣΚΡΙΠ, 12-1-1910, σελίδα 6
Χρήστος Χ.

24. Η Β. Λακωνία σε παλαιές εφημερίδες...

 Όπως αναφέρθηκε στο 11.3α άρθρο... οι κατωτέρω εφημερίδες βρέθηκαν από την ιστοσελίδα της Εθνικής Βιβλιοθήκης (http://www.nlg.gr/digitalnewspapers/ns/main.html), στην οποία υπάρχουν σκαναρισμένες μερικές ελληνικές εφημερίδες, πολύ παλαιές ή και νεότερες.
 Εκεί, λοιπόν, κάνοντας αναζήτηση, εντοπίστηκαν στις παλαιότερες εφημερίδες ΕΜΠΡΟΣ και ΣΚΡΙΠ μερικά ενδιαφέροντα γεγονότα παλαιοτέρων εποχών (πιο συγκεκριμένα από το 1899 ...έως το 1948), που αναφέρονταν είτε στο χωριό μας συγκεκριμένα είτε στον δήμο μας και στην ευρύτερη περιοχή μας γενικότερα...
 Κάποια από αυτά έχουν να κάνουν με τοπικές ειδήσεις, όπως π.χ. θεομηνίες που έγιναν στον κάμπο μας και κατέστρεψαν τα ελαιόδεντρα, μια παλαιότερη δημοπρασία για την ανέγερση ηρώου, η τιμή φόρου για τα αμπέλια, ο κίνδυνος φυματίωσης στον Δήμο μας, ίδρυση σωματείου στην Αθήνα, για την σιδηροδρομική γραμμή στην Λακωνία, για την ίδρυση τηλεφωνικής γραμμής σε χωριό κλπ.
 Κάποια άλλα θέματα είναι πιο ιδιαίτερα…, όπως λ.χ. η ιστορία με έναν γάιδαρο, διάφορες συμπλοκές κατοίκων, όπως με μια παπαδιά, ή λόγω κτηματικών διαφορών, καθώς και μια συμπλοκή σε καφενείο του χωριού κατά τον εμφύλιο, διάφορες πολιτικές αντιπαλότητες, ο μισθός ενός απλήρωτου δασκάλου, ανακοινώσεις αρραβώνων ή γάμων κλπ..
Η παρουσίαση των αποσπασμάτων από τις εν λόγω εφημερίδες γίνεται με την αντίστροφη χρονολογική τους σειρά.
Χρήστος Χ.


--.----- . | . -----.--

Μια συμπλοκή σε καφενείο του χωριού κατά τον Εμφύλιο πόλεμο:
ΕΜΠΡΟΣ, 5-2-1948, σελίδα 4
Μια  χιονοθύελλα καταστρέφει τα ελαιόδενδρα:
ΕΜΠΡΟΣ, 6-2-1947, σελίδα 3
 
Ανακοίνωση μειοδοτικού διαγωνισμού για την ανέγερση αναμνηστικής στήλης 
για τους υπέρ πατρίδος πεσόντες δημότες:
ΣΚΡΙΠ, 18-1-1928, σελίδα 3

Η αντίθεση βασιλικών και δημοκρατικών με αφορμή την παρουσία μιας πολιτικής νεολαίας:
ΣΚΡΙΠ, 10-4-1924, σελίδα 4

Η ίδρυση σωματείου Πελλανιτών στην Αθήνα και τον Πειραιά:
ΕΜΠΡΟΣ, 27-9-1914, σελίδα 5


Δεν υπάρχουν σχόλια: